Friday 16th of November 2018 06:43:02 PM

Κατρακύλησε στην κλοπή

Κατρακύλησε στην κλοπή

ΣΕ ΦΥΛΑΚΙΣΗ τεσσάρων μηνών με τριετή αναστολή καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου 36χρονη από την Ελλάδα, η οποία παραδέχθηκε ότι έκλεψε από δύο σπίτια χρήματα και χρυσαφικά συνολικής αξίας €800. Η κατηγορούμενη συνελήφθη, παραδέχθηκε και αποζημίωσε τους παραπονούμενους γεγονός που οδήγησε στην αναστολή της ποινής φυλάκισης.

Στην πρώτη περίπτωση η κατηγορούμενη προσποιούμενη τη νοσοκόμα που την έστειλε στο σπίτι του παραπονούμενου κάποια Ελένη (συμπτωματικά το όνομα της κόρης του παραπονούμενου είναι Ελένη), προσφέρθηκε να κάνει κάποιου είδους μαλάξεις στη σύζυγο του η οποία είχε προβλήματα στα γόνατα της. Επίσης τους πώλησε και μια αλοιφή για €30, ενώ  βοήθησε τον παραπονούμενο να συγυρίσει το σπίτι. Στη συνέχεια έφυγε, αλλά όταν ο παραπονούμενος αναζήτησε τα λεφτά του, αντιλήφθηκε ότι αυτά είχαν κάνει …φτερά, και ειδοποίησε την Αστυνομία Παραλιμνίου.

Λίγες μέρες μετά αστυνομικός που βρισκόταν εκτός καθήκοντος αντιλήφθηκε την κατηγορούμενη να περπατά στο πεζοδρόμιο και υποψιάστηκε ότι πιθανόν να είναι πλανόδια πωλητής. Εκείνες τις μέρες στην περιοχή υπήρχαν αρκετές καταγγελίες για κλοπές από οικίες με δράστες πλανόδιους. Ο αστυνομικός την παρακολούθησε και την είδε να μπαινοβγαίνει σε διάφορα σπίτια. Την σταμάτησε και της εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο για €85 για το αδίκημα της παράνομης πλανοδιοπώλησης.

Παράλληλα η κατηγορούμενη κλήθηκε για ανάκριση και παραδέχθηκε την κλοπή των €500 από το σπίτι του παραπονούμενου, ενώ ομολόγησε στη συνέχεια και την κλοπή χρυσού σταυρού με χρυσή καδένα αξίας €300 από δεύτερο σπίτι. Μάλιστα υπέδειξε και τα δύο σπίτια. Ανέφερε επίσης ότι τον σταυρό και την καδένα τα πώλησε στη Λεμεσό. Μετά έδειξε προθυμία να αποζημιώσει τους παραπονούμενους πράγμα που έκανε.

Στο Δικαστήριο κατατέθηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σχετικά με τα προσωπικά της κατηγορούμενης η οποία κατάγεται από την Ελλάδα και ζει στη Λεμεσό όπου συζεί με συμπατριώτη της πλανοδιοπώλη. Πριν τη σύλληψή της  διέμενε σε ενοικιαζόμενα δωμάτια στη Λεμεσό, με κόστος ενοικίου €20 την ημέρα, μαζί με το συμβίο της και το γιο της, ηλικίας 17 ετών. Ο γιος της  μετά τη σύλληψη της ίδιας και λόγω προβλημάτων υγείας (ανίατη ασθένεια) που παρουσίασε η μητρική του γιαγιά, επέστρεψε μαζί με τη γιαγιά του στην Αθήνα. Οι γονείς της διέμεναν πριν τη σύλληψή της στη Λεμεσό και εργάζονταν ως πλανοδιοπωλητές. Η Κατηγορούμενη είναι η τρίτη σε σειρά ηλικιακά από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Όλα τα άλλα αδέρφια της διαμένουν στην Αθήνα.

Η κατηγορούμενη δεν φοίτησε σε σχολείο και, ως εκ τούτου, είναι αναλφάβητη. Εργαζόταν και η ίδια περιστασιακά ως πλανοδιοπώλης μαζί με τους γονείς της για την κάλυψη των οικονομικών της αναγκών. Στην ηλικία των 19 ετών σύναψε σχέση με συμπατριώτη της και από τη σχέση τους απέκτησε το γιο της. Διέμεναν στην Αθήνα. Μετά από 8 χρόνια συμβίωσης, χώρισαν και η κατηγορούμενη εγκαταστάθηκε με τους γονείς της στην Αθήνα. Ο πατέρας του παιδιού της τα τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην Κύπρο και παντρεύτηκε με Κύπρια. Η κατηγορούμενη ήλθε στην Κύπρο μαζί με τους γονείς της και το συμβίο της το 2016 λόγω των οικονομικών δυσκολιών που συναντούσαν στην Ελλάδα. Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας (επιληψία) από την ηλικία των 19 ετών για τα οποία παρακολουθείται από γιατρό και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Αντιμετωπίζει και προβλήματα ψυχικής υγείας, για τα οποία κατά την κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές συνεργάστηκε με τις υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών.

Από την πλευρά του ο συνήγορος της Τάσος Κουμής ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα που την οδήγησαν να πάρει τη λανθασμένη απόφαση και να διαπράξει τα αδικήματα. Ο συνήγορος εισηγήθηκε την αναστολή της ποινής φυλάκισης.

Στην απόφαση της η Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου Άννυ Πανταζή επεσήμανε τα εξής: «Οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων εμφανίζουν, κατά την κρίση μου, το στοιχείο του προσχεδιασμού, δηλαδή της απόκτησης άδειας εισόδου σε κατοικία υπό την ιδιότητα του προσώπου που θα προσέφερε υπηρεσίες στον/στους ιδιοκτήτη/ες της κατοικίας, κατόπιν οδηγιών προσώπου της εμπιστοσύνης τους, και της εκμετάλλευσης αυτής της επίπλαστης δικαιολογίας και/ή ευκαιρίας εισόδου στην κατοικία, για τη διάπραξη της κλοπής. Εναλλακτικά, της απόκτησης άδειας εισόδου σε κατοικία υπό την ιδιότητα του πλανοδιοπώλη και της εκμετάλλευσης αυτής της ευκαιρίας εισόδου και πάλιν για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Αυτές οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων είναι από μόνες τους επιβαρυντικές. Το ότι το σχέδιο αυτό εφαρμόστηκε σε σχέση με κατοικίες ηλικιωμένων προσώπων έχει και αυτό το γεγονός τη δική του επιβαρυντική χροιά.   Επιβαρυντικό παράγοντα αποτελεί επίσης το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη εκμεταλλεύτηκε τα κλοπιμαία για δικό της οικονομικό όφελος. Πώλησε τα κοσμήματα και εισέπραξε το αντίτιμο, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον εφικτή η επιστροφή τους στο νόμιμο ιδιοκτήτη τους στη φυσική τους κατάσταση.

  Οι πιο πάνω παράγοντες καθιστούν επιτακτική την ανάγκη αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής στην Κατηγορούμενη και δεν αφήνουν περιθώριο επιβολής οποιασδήποτε άλλης ποινής από την φυλάκιση.

 

Η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτει από την παράθεση γεγονότων από την Κατηγορούσα Αρχή, έγινε τυχαία, από τον αστυνομικό που αντιλήφθηκε την κατηγορούμενη να εισέρχεται ως πλανοδιοπώλης στις διάφορες κατοικίες. Ανακρινόμενη, στη συνέχεια, η Κατηγορούμενη προέβηκε σε άμεση παραδοχή των εγκληματικών πράξεών της και υπέδειξε τη σκηνή των αδικημάτων στην Αστυνομία. Δικαιούται κατά την κρίση μου, υπό τις συνθήκες αυτές να λάβει έκπτωση στο εύρος της ποινής που θα της επιβληθεί, χωρίς όμως να αναιρείται υπό τις συνθήκες αυτές η αναγκαιότητα επιβολής ποινής φυλάκισης».

 

Παράλληλα η Δικαστής Παντζή τόνισε: « Τα δύσκολα παιδικά χρόνια της κατηγορούμενης, η πολυετής οικονομική δυσπραγία, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, το γεγονός ότι είναι μητέρα ενός 17χρονου παιδιού και το ότι μέχρι και την ημερομηνία σύλληψής της δεν είχε μόνιμη  κατοικία είναι παράγοντες που διαμορφώνουν την εικόνα ενός ατόμου που βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια στο περιθώριο της κοινωνίας. Όπως ανέφερε ο ίδιος ο συνήγορος Υπεράσπισης, η Κατηγορούμενη υπέπεσε στα παραπτώματα της κλοπής για να εξασφαλίσει τα προς το ζην αυτής και του παιδιού του. Τούτο το ιστορικό ή/και το κίνητρο αυτό δεν αποτελούν συγχωροχάρτι για την Κατηγορούμενη. Συνθέτουν, όμως, την εικόνα ενός ανθρώπου που μέσα από την τιμωρία που θα του επιβληθεί θα πρέπει να λάβει την ευκαιρία να αναμορφωθεί χωρίς να εξοντωθεί».

 

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο