Wednesday 22nd of August 2018 10:08:45 AM

Δεκασμος και διαφθορα υπονομευουν τη χρηστη διοικηση

Δεκασμος και διαφθορα υπονομευουν τη χρηστη διοικηση

ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ δεκασμού και διαφθοράς, υπό οποιαδήποτε μορφή ή παραλλαγή και αν εμφανίζονται, εκ φύσεως υπονομεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη χρηστή διοίκηση, ενώ υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη του πολίτη απέναντι στην αξία και λειτουργία των θεσμών. Τα παραπάνω επεσήμαναν οι Δικαστές του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας Λένα Δημητριάδου Ανδρέου (Πρόεδρος) και Χαράλαμπος Χαραλάμπους και Μαρίνα Παπαδοπούλου (Μέλη), εκδίδοντας την καταδικαστική απόφαση τους στην υπόθεση αρ.: 9208/15 ημερομηνίας 1ης Μαρτίου 2017. Αναλύοντας περαιτέρω τα αδικήματα του δεκασμού και της διαφθοράς οι τρεις Δικαστές υπογράμμισαν και τα ακόλουθα: «Θα πρέπει να σημειωθεί πως τα τελευταία 20 χρόνια, περίπου, ο Νομοθέτης προέβη δύο φορές σε αύξηση της προβλεπόμενης ποινής για τον δεκασμό δημοσίου λειτουργού. Συγκεκριμένα με τον Ν.38(1)/99 η 3ετής φυλάκιση αυξήθηκε σε 5ετή, ενώ πολύ πιο πρόσφατα με τον Ν.95(1)/12 οι ποινές ανήλθαν στα επίπεδα της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, δηλαδή στα 7 έτη ή €100.000 πρόστιμο. Αναμφίβολα οι διαδοχικές αυξήσεις των προβλεπομένων ποινών καταδεικνύουν και την αντίστοιχη πρόθεση του Νομοθέτη για αυστηρότερη αντιμετώπιση τέτοιου είδους αδικημάτων. Αρμόζει εδώ η υπενθύμιση της αναφοράς του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολύ πρόσφατη και σχετική μάλιστα υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25/11/16, πως «. η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από το Νομοθέτη στη βάση του ανώτατου ορίου ποινής και όχι από τα Δικαστήρια, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στη στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά που το περιβάλλουν».

 

Η έρευνα μας έχει καταδείξει πως η πρώτη υπόθεση στην οποία υπήρξε καταδίκη και επιβολή ποινής αποκλειστικά για αδικήματα δεκασμού και διαφθοράς ήταν η Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 271, στην οποίαν επικυρώθηκαν ποινές 12 μηνών φυλάκισης σε κάθε κατηγορία, πλην όμως με προβλεπόμενη τότε κατ΄ ανώτατο όριο την 3 ετή φυλάκιση, σε 58χρονο, με προβλήματα υγείας ο οποίος περιήλθε σε δεινή οικονομική κατάσταση. Ο εφεσείων ήταν λειτουργός στο Τμήμα Μετανάστευσης και ευρέθη ένοχος της λήψης οικονομικών ανταλλαγμάτων (ήτοι Λ.Κ.500, US$ 3.000 και Λ.Κ.500) για την επίσπευση της εξέτασης αιτήσεων για άδειες εισόδου σε αλλοδαπές καλλιτέχνιδες. Το Εφετείο επιδοκίμασε αφενός την πρωτόδικη κρίση ότι «. αδικήματα αυτής της φύσης πλήττουν την εύρυθμη λειτουργία της κρατικής μηχανής και το δημόσιο συμφέρον.» και απέρριψε αφετέρου την εισήγηση για υπερβολικότητα στην ποινή, μη αποδεχόμενο ότι συνέτρεχε κάτι τέτοιο στη βάση του ότι δεν είχαν προσαχθεί στο Δικαστήριο οι συνένοχοι του εφεσείοντος.

 

Τον επόμενο χρόνο στην υπόθεση Safiullah ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 472 πρωτοδίκως και μετά από ακρόαση επιβλήθηκε 12μηνη φυλάκιση σε αλλοδαπό φοιτητή ο οποίος είχε δωροδοκήσει αστυφύλακα (με US$ 200) για την εξασφάλιση πολιτικού ασύλου «με τον εύκολο τρόπο». Το Εφετείο τόνισε πως «[Ο]ι κατηγορίες στις οποίες ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος αναμφίβολα αφορούν σοβαρά αδικήματα η διάπραξη των οποίων ευτυχώς δεν είναι συχνή» και συνεκτιμώντας το νεαρό της ηλικίας, την ιδιότητα του ως φοιτητή, καθώς και τον ερασιτεχνικό τρόπο με τον οποίο έδρασε μείωσε την ποινή σε 6 μήνες.

 

Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 22 ο 60χρονος εφεσείων ήταν Πρόεδρος Κοινοτικού Συμβουλίου και είχε καταδικαστεί μετά από ακρόαση σε διάφορα αδικήματα, μεταξύ άλλων, για δεκασμό δημοσίου λειτουργού, διαφθορά, κατάχρηση εξουσίας, συνωμοσία προς καταδολίευση, έκδοση ψευδών πιστοποιητικών και συγκάλυψη παράνομων εσόδων, όλων των αδικημάτων σχετιζομένων με απόκτηση και στη συνέχεια πώληση τριών τεμαχίων Τουρκοκυπριακής γης. Πρωτοδίκως τιμωρήθηκε με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης κυμαινόμενες μεταξύ 15 μηνών έως 3 έτη. Οι ψηλότερες ποινές, δηλαδή αυτές των 3 ετών φυλάκισης, επιβλήθηκαν για τα αδικήματα του δεκασμού και της συγκάλυψης εσόδων. Το Εφετείο επικυρώνοντας τις ποινές τις χαρακτήρισε ως σημαντικά μειωμένες σε σύγκριση με την μέγιστη προβλεπόμενη και ως πολύ επιεικείς, αποδίδοντας τη μεταχείριση αυτή στην τριετή καθυστέρηση έναρξης της ακρόασης λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί  εξ αντιδιαστολής πως χωρίς την καθυστέρηση αρμόζουσες ποινές θα ήταν ακόμη ψηλότερες.

 

Όσον αφορά την υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) να επισημανθεί πως ο 58χρονος εφεσείων, όντας Γενικός Διευθυντής του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου (Σ.Α.ΠΑ.) είχε αποκομίσει από δεκασμούς περί τις €600.000, εκ των οποίων νομιμοποίησε €498.000. Είχε δύο ανήλικα παιδιά, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και με την καταδίκη απώλεσε την εργασία και όλα τα παρεμφερή ωφελήματα. Πρωτοδίκως το Κακουργιοδικείο επέβαλε συντρέχουσες ποινές 3 ετών για τα επτά αδικήματα δεκασμού (εκτός από μια δηλαδή στην οποίαν επέβαλε 2 έτη) και 6 ετών στο αδίκημα νομιμοποίησης. Ο Δικαστής Χριστοδούλου στην απόφαση του Εφετείου ανέφερε μεταξύ άλλων:

 

        «Η Πολιτεία εμπιστεύτηκε στον εφεσείοντα μια υψηλή θέση, με τα ανάλογα ωφελήματα που τη συνοδεύει. Με την ανάληψη όμως των καθηκόντων του από υπηρέτης και φύλακας των συμφερόντων του Δημοσίου ενεπλάκη στον φαύλο κύκλο της διαφθοράς και αξιώνοντας και λαμβάνοντας μεγάλα ποσά καταχράστηκε κατά το χείριστο τρόπο τη θέση του. Με όλες τις αυτονόητες επιπτώσεις όχι μόνο στα οικονομικά του Δήμου Πάφου, που από τη φύση της θέσης του όφειλε να προστατεύει, αλλά και στην εν γένει εμπιστοσύνη του πολίτη έναντι των δημοσίων προσώπων την οποία καίρια έπληξε. Με τις επιγραμματικές αυτές επισημάνσεις είναι νομίζουμε πρόδηλο ότι σε αδικήματα τέτοιας φύσεως, με εμπλεκόμενα δημόσια πρόσωπα, η ποινή που πρέπει να επιβάλλεται θα πρέπει να είναι αυστηρή και να ενέχει έντονα το στοιχείο της αποτροπής. Όπου δε εντοπίζεται τέτοια ανάγκη ναι μεν οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου».

(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Να σημειωθεί πως όλες οι πιο πάνω υποθέσεις αφορούσαν αδικήματα δεκασμού τα οποία είχαν διαπραχθεί πριν τη θέσπιση του Ν.95(1)/12, δηλαδή ενόσω η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή ήταν είτε μέχρι 3 έτη είτε μέχρι 5 έτη φυλάκισης ή £10.000 πρόστιμο».

 

 

Χριστάκης Γιαννακός



Πρόσθεσε ένα σχόλιο