Wednesday 22nd of August 2018 10:03:56 AM

Κατάλογος διοριστέων Ε.Ε.Υ.

Κατάλογος διοριστέων Ε.Ε.Υ.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(Υπόθεση Αρ. 618/2015)

9 Μαΐου 2018

[Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 25, 28, 35 KAI146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Αιτητής

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Καθ' ων η Αίτηση.

Α. Ευτυχίου, για τον Αιτητή

Μ. Κυπριανού (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η Αίτηση

Α. Αριστείδου (κα), για το Ενδιαφερόμενο Μέρος 1, Μάρω Θωμά

 

ΑΠΟΡΡΙΦΘΗΚΕ από τον Δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου Φίλιππο Κωμοδρόμο, η προσφυγή του αιτητή Ελισσαίου Χριστοδούλου με την οποία ζητούσε ακύρωση της απόρριψης της ένστασης του εναντίον της σειράς προτεραιότητας του στον Κατάλογο Διοριστέων Καθηγητών της Φυσικής Αγωγής του 2015.

Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε να προηγείτο και ότι να έπεται της σειράς των Ενδιαφερόμενων Μερών Θωμά Μάρως Νικόλα, Ευθυμίου Χαρίκλειας Παναγιώτη και Πελαγία Γεωργίας Παναγιώτη.

 

«Με βάση του άρθρο 28Β(5) κατά το μήνα Αύγουστο η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας προβαίνει σε αναθεώρηση των Πινάκων Διοριστέων όπως επίσης και σε συμπλήρωσή τους με νέους υποψηφίους, οι οποίοι υποβάλλουν την αίτησή τους ως την 31/5 του επόμενου χρόνου, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω διατάξεις του Νόμου. Σύμφωνα με τα αποφασισθέντα στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δημοκρατία ν. Χατζηκυπριανού (2005) 3 Α.Α.Δ. 171, οι αιτήσεις για εγγραφή στους Πίνακες Διοριστέων, που σύμφωνα με το Νόμο (άρθρο 28Β(5)) υποβάλλονται κάθε χρόνο, αποτελούν διαδικασία που εμπεριέχει ξεχωριστή, κάθε φορά, διοικητική πράξη (βλ. επίσης Ξενοφώντος ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 961/04, ημερ. 28.3.2006). Σύμφωνα δε με το άρθρο 28Β(13), ο όρος «έτος» σημαίνει τη χρονική περίοδο από την 1η Ιουνίου μέχρι και την 31η Μαΐου του επόμενου έτους.

Στην περίπτωση αυτή ο αιτητής υπέβαλε ένσταση σχετικά με τη σειρά προτεραιότητάς του, ισχυριζόμενος ότι οι διατάξεις του άρθρου 28Β του Νόμου επιφέρουν, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, αδικαιολόγητη εις βάρος του διάκριση, η οποία και λειτούργησε υπέρ των Ε.Μ., λόγω της υποχρέωσής του, σε αντίθεση με τα Ε.Μ., να υπηρετήσει στην Εθνική Φρουρά, η οποία απέληξε στη συγκεκριμένη κατάταξή του στον Πίνακα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αιτητής είχε στον Πίνακα τον αριθμό 31 και τα ενδιαφερόμενα μέρη τους αριθμούς 1,2, και 3 αντίστοιχα.

Ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου ο αιτητής υπέβαλε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και του Συντάγματος, ενώ παραβιάζει και τις διατάξεις της του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002 (Ν. 205(Ι) 2002), καθώς και το Άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Δ.Α.) (την οποία η Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/1962) και την εκεί κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας. Επίσης ισχυρίστηκε ότι η πράξη είναι αναιτιολόγητη.

Απορρίπτοντας τις θέσεις του αιτητή και επικυρώνοντας την επίδικη απόφαση, ο Δικαστής Κωμοδρόμος παρατήρησε ανάμεσα στα άλλα και τα ακόλουθα:

«Δεν αμφισβητείται ότι τα Ε.Μ., ως έχουσες υποβάλει την αίτησή τους για εγγραφή στον Πίνακα κατά την περίοδο 1990-1991, ενέπιπταν, σύμφωνα με το άρθρο 28Β και για σκοπούς καθορισμού της σειράς προτεραιότητας στον εν λόγω Πίνακα, στο ίδιο έτος, ενώ ο αιτητής, ο οποίος υπέβαλε την αίτησή του 4.11.1991, ενέπιπτε στο επόμενο έτος, ήτοι στο έτος 1991-1992. Το γεγονός αυτό από μόνο του διαμόρφωσε καθοριστικά τη σειρά προτεραιότητας αιτητή και Ε.Μ. στον Πίνακα, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28Β(7) του Νόμου, η οποία είναι σαφής και δεν επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας.

Στη βάση των διατάξεων του άρθρου 28Β, η Επιτροπή, ως αναφέρει στην επίδικη απόφασή της, η οποία εστάλη δια σχετικής επιστολής της προς τον αιτητή, ημερομηνίας 17.3.2015, απέρριψε την ένστασή του, εφόσον διαπίστωσε ότι ορθώς είχε καθοριστεί η σειρά προτεραιότητάς του στον Πίνακα, με βάση τις εν λόγω πρόνοιες. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορούν να έχουν έρεισμα οι ισχυρισμοί περί αναιτιολόγητης απόφασης της Διοίκησης, εφόσον οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν κατά δέσμια αρμοδιότητα, στη βάση συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα αιτιολόγησης της επίδικης απόφασής τους: η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 27(α) του Νόμου 158(Ι)/1999, σύμφωνα με το οποίο δε χρειάζονται αιτιολογία πράξεις που δεν εκδίδονται έπειτα από άσκηση διακριτικής εξουσίας της Διοίκησης. Προκύπτει δε από τα ενώπιον μου στοιχεία, και δεν αμφισβητείται, ότι ορθώς εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 28Β του Νόμου από τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Περαιτέρω, δεδομένης της ύπαρξης του προαναφερθέντος συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, το οποίο ορθώς εφάρμοσαν οι καθ’ ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορούν να έχουν έρεισμα ούτε οι ισχυρισμοί περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και υπέρβασης και/ή κατάχρησης εξουσίας: συναφώς, είναι αρκετό να υπενθυμισθεί εν προκειμένω ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει ωστόσο και δεν μπορεί να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (βλ. Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191).

Τέλος στην υπό κρίση περίπτωση, δεν έχουμε περίπτωση υποψηφίων που υπέβαλαν την αίτησή τους κατά το ίδιο έτος, εφόσον, ως ήδη ελέχθη, τα Ε.Μ. υπέβαλαν την αίτησή τους ένα χρόνο πριν από τον αιτητή. Αυτή η διαφορά ως προς το έτος υποβολής της αίτησης είναι από μόνη της, σύμφωνα με το Νόμο αλλά και την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δημοκρατία ν. Γιαννάκης Παπαϊωάννου, (2011) 3 Α.Α.Δ. 625, η οποία και ανέτρεψε την προαναφερθείσα απόφαση στην                                                                          Γιαννάκης

Παπαϊωάννου, ανωτέρω, καταλυτική για την έκβαση του υπό εξέταση ζητήματος, ούτως ώστε να καθίσταται αχρείαστη η εξέταση άλλων ζητημάτων αναφορικά με τα κριτήρια κατάταξης στο σχετικό Πίνακα. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην εν λόγω απόφασή της επεσήμανε τα εξής, άμεσα σχετικά με την υπό κρίση περίπτωση (η έμφαση προστέθηκε):

«Συνοψίζουμε κατ' αρχάς το μηχανισμό εγγραφής στους πίνακες διοριστέων. Οι κενές θέσεις δημοσιεύονται και υποβάλλονται αιτήσεις. Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας εξετάζει τις αιτήσεις και καταρτίζει πίνακα διοριστέων, στον οποίο η σειρά προτεραιότητας καθορίζεται ως ακολούθως: Πρώτα, από το έτος απόκτησης του πρώτου τίτλου σπουδών. Αν υπάρχει διαφορά στο έτος απόκτησης, το θέμα τελειώνει. Αν όμως αυτός ο πρώτος τίτλος αποκτήθηκε το ίδιο έτος, εισάγεται σύστημα αριθμοποίησης καθορισμένων κριτηρίων: Ο βαθμός του πτυχίου, πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα σε θέμα συναφές, εκπαιδευτική προϋπηρεσία και μια μονάδα για υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά ή τις ένοπλες δυνάμεις κράτους μέλους. Στην περίπτωση δε που οι μονάδες είναι οι ίδιες, η σειρά προτεραιότητας, διαδοχικά, καθορίζεται από την ημερομηνία, την επακριβή δηλαδή, απόκτησης του πρώτου τίτλου σπουδών, την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και, στο τέλος, αν όλα τα πιο πάνω είναι ίσα, την ημερομηνία γέννησης.

[■■■]

Έχουμε δει ότι πρωτοδίκως συζητήθηκε η μονάδα που προβλεπόταν για την υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά και πως η αντισυνταγματικότητα που διαπιστώθηκε αφορούσε στην ανεπάρκειά της, όπως εκτιμήθηκε, για αποκατάσταση της ισορροπίας. Συζήτηση για τη μονάδα αυτή σημαίνει πως έχουμε περίπτωση υποψηφίων που απέκτησαν τον πρώτο τίτλο σπουδών τους το ίδιο έτος ή εφόσον έχουμε συμπληρωματικό πίνακα, ότι υπέβαλαν αίτηση το ίδιο έτος. Αν δεν υπάρχει αυτό το προαπαιτούμενο, η συζήτηση για την επάρκεια της μονάδας απολήγει ακαδημαϊκή. Και είναι πάγιο πως δεν συζητούνται οποιαδήποτε ζητήματα, ιδίως δε συνταγματικής φύσης, ακαδημαϊκά αλλά μόνο εφόσον η επίλυσή τους θα έχει επίδραση στο αποτέλεσμα.».

Τα πιο πάνω τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση και, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, καθίστανται καθοριστικά για την έκβαση του εδώ προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης, ο οποίος καθίσταται, και γι’ αυτό το λόγο, απορριπτέος.

Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

Συνακόλουθα, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα εκ €1400 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.



Πρόσθεσε ένα σχόλιο