Tuesday 18th of December 2018 03:29:02 PM

Αναπάντητη επιστολή

Αναπάντητη επιστολή

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 1201/2014

22 Μαΐου 2018 [Ε. ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΆΡΘΡΑ 146, 35, 29 KAI 28 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Μεταξύ:

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΠΑΙΣΙΩΤΗΣ (ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ 1581)

Αιτητής,

-ΚΑΙ-

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ/Η
2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση

  1. A. Τσαγγαρίδου (κα), για Σωτήρης Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε, για τον αιτητή.

Δ. Καλλίγερος, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α', για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, μαζί με Ι. Καλλίγερο, ασκούμενο δικηγόρο, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

ΑΠΟΡΡΙΦΘΗΚΕ από τη Δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου Ελίτα Γαβριήλ η προσφυγή του αιτητή, με την οποία ζητούσε, όπως εκδοθεί δικαστικό διάταγμα που να αναγκάζει τον Αρχηγό της Αστυνομίας να απαντήσει στην επιστολή του ημερομηνίας 23 Ιουνίου 2014. Με την συγκεκριμένη επιστολή ο αιτητής που είναι μέλος της Αστυνομικής Δύναμης ζητούσε να διαγραφούν τα δακτυλικά του αποτυπώματα και η φωτογραφία του που βρίσκονται σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή στα αρχεία της Αστυνομίας.

Ο αιτητής υποστήριξε ότι η ύπαρξη των δακτυλικών του αποτυπωμάτων και η φωτογραφία του, που λήφθηκαν για την πρόσληψη του, στα αρχεία του Αστυνομικού Σώματος είναι αντισυνταγματική και παράνομη.

Σύμφωνα με την απορριπτική απόφαση της Δικαστού Γαβριήλ, ο αιτητής προσελήφθη στην Αστυνομία το 1997 και απέστειλε την επίδικη επιστολή στον Αρχηγό στις 23 Ιουνίου 2014.

Ο Αρχηγός Αστυνομίας, μέσω του κου Γεώργιου Γεωργίου, με επιστολή ημερομηνίας 30.9.2014, προς τον αιτητή, εις απάντηση στην επιστολή που απέστειλε ο αιτητής ημερομηνίας 23.6.2014, τον ενημέρωσε, μεταξύ άλλων, ότι η φωτογράφιση και λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, τα οποία φυλάγονται σε ξεχωριστό αρχείο για υπηρεσιακούς σκοπούς, προνοείται από τους περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς, εν σχέση με την εγγραφή κάθε μέλους της Αστυνομίας.

Εγέρθηκε στην Ένσταση των καθ’ ων η αίτηση, σχετική προδικαστική ένσταση οτι το αντικείμενο της προσφυγής έχει εκλείψει και ότι η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δοθείσας της απάντησης εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας.

Ο αιτητής, αντιτείνει ότι δεν αποδέχεται ως απάντηση ή/και ως αιτιολογημένη και ικανοποιητική απάντηση την επιστολή των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 30.9.2014, καθότι κατά τις αιτιάσεις του, ο Αρχηγός της Αστυνομίας, όφειλε να τοποθετηθεί επί όλων των αιτημάτων (16 στο σύνολο). Ως εκ τούτου, παρά τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 30.9.2014, ο αιτητής συνεχίζει να προωθεί την προσφυγή του.

Αντίθετα, οι καθ’ ων η αίτηση, αναπτύσσοντας την προδικαστική τους ένσταση, διατείνονται ότι, εφόσον μοναδικό αίτημα της προσφυγής είναι η παράλειψη των καθ' ων η αίτηση να απαντήσουν στην επιστολή που απέστειλε ο αιτητής, ημερομηνίας 23.6.2014, με τη λήψη της απάντησης ημερομηνίας 30.9.2014, η προσφυγή εχει απωλεσει το αντικείμενό της και σε περίπτωση που

ο αιτητής διαφωνούσε ως προς το περιεχόμενό της, θα έπρεπε να καταχωρήσει ξεχωριστή προσφυγή με την οποία να αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης αυτής, κάτι που δεν έχει πράξει ο αιτητής.

Προχωρώ να εξετάσω κατά προτεραιότητα την εγερθείσα προδικαστική ένσταση, καθότι άπτεται του παραδεκτού της προσφυγής.

Στην Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου ν. Χριστόφορου Α. Χριστοφόρου κ.α. (1994) 3 Α.Α.Δ. 434 κρίθηκε πως οι διατάξεις του Άρθρου 29 του Συντάγματος, εισήγαγαν το ατομικό δικαίωμα του «αναφέρεσθαι προς τας αρχάς» με την έννοια της διοικητικής προσφυγής, όπως ήταν γνωστή στην Ηπειρωτική Ευρώπη, καθώς και ότι περιλαμβάνει το δικαίωμα του «αναφέρεσθαν> γενικά, που διακρίνεται στο δικαίωμα παραπόνου και στο δικαίωμα υποβολής αίτησης.

Στην Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας (1996) 4Α Α.Α.Δ 628, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Στην υπόθεση Yialousa Savings Bank Ltd v. The Republic (1977) 3 C.L.R. 25, αποφασίστηκε ότι, για να χωρεί προσφυγή εναντίον παράλειψης απάντησης σε γραπτό αίτημα ή παράπονο με βάση το Άρθρο 29 του Συντάγματος, θα πρέπει το αντικείμενο του αιτήματος ή του παραπόνου να εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 146, διαφορετικά δεν υπάρχει τέτοια δικαιοδοσία.

Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Justice Party v. The Republic (1985)                          3 C.L.R. 1621, όπου επίσης αποφασίστηκε ότι η ποινική διαδικασία, που περλαμβάνει την ποινική δίωξη, τη διεξαγωγή της και κάθε θέμα σχετιζόμενο με αυτή, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής με βάση το Άρθρο 146, καθόσο δεν αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση:

“The revisional junsdiction of the Supreme Court under Article 146.1 is confined to decisions of the Administration “exercising any executive or administrative authority.

On principle and authority, criminal proceedings, their institution, conduct and every matter relevant therewith, are not subject to review under Article 146. They do not qualify either as executive or administrative acts. Their supervision is entrusted to the Attorney- General under Article 113 of the Constitution, and their prosecution constitutes an inseparable aspect of the judicial process. In Charilaos Xenophontos and The Republic (Minister of Interior),                                        the Supreme Court

acknowledged the nexus between criminal proceedings and the judicial process and noticed that the foremost connection of criminal proceedings is with the judicial process. As such, they are not reviewable by the Supreme Court under Article 146.1. CHminal proceedings are subject to the control of the Courts exercising criminal jurisdiction. Consequently, it is beyond my jurisdiction to review, under any guise, the institution of criminal proceedings against anyone of the members of the Party of the applicant.”».

Έχω εξετάσει με προσοχή τις αντίστοιχες θέσεις και έχω καταλήξει, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, ότι η προδικαστική ένσταση ευσταθεί. Από το αιτητικό της προσφυγής, προκύπτει ότι το μοναδικό νομικό σημείο που διατυπώνεται, είναι η παράλειψη των καθ’ ων η αίτηση

να απαντήσουν στην επιστολή του αιτητή ημερομηνίας 23.6.2014, με την οποία ουσιαστικά ζητά πληροφορίες αναφορικα με τον ακριβή σκοπό χρήσης των προσωπικών δεδομένων, φωτογραφίας και δακτυλικών αποτυπωμάτων που αυτός παραχώρησε κατά την πρόσληψή του στην Αστυνομία. Έρεισμα της προσφυγής, όπως αυτό προκύπτει από την παράγραφο Α του αιτητικου της προσφυγής, αποτελεί το Άρθρο 29 του Συντάγματος.

Το πιο πάνω αναφερόμενο Άρθρο προνοεί ότι:

«1. Έκαστος έχει το δικαίωμα ατομικώς ή ομού μετ’ άλλων να υποβάλλη εγγράφους αιτήσεις ή παράπονα προς οιανδήποτε αρμοδιαν δημοσίαν αρχήν δικαιούμενος ν’ απαιτήσει όπως αύτη επιληφθή αυτιών και αποφασίση ταχέως. Η απόφασις της αρχής ταύτης, δεόντως ηττολογημενη, γνωστοποιείται εγγράφως αμέσως εις τον υποβάλλοντα την αίτησιν ή τα παράπονα εν πάση περιπτώσει εντός προθεσμίας μη υπερβαινούσης τας τριάκοντα ημέρας.

  1. Εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος δεν ικανοποιείται εκ της

                                                                                                                                        αποφάσεως ή οσάκις ουδεμία απόφασις γνωστοποιήται προς αυτόν εντός της καθοριζομένης εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προθεσμίας δύναται ο ενδιαφερόμενος ν’ αγαγη ενώπιον α,ρμοδίου δικα,στηρίου διά προσφυγής την υπόθεσιν, εις ήν αφορά ή το παράπονο αυτού".


Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η επίκληση του πιο πάνω Άρθρου προϋποθέτει ότι, το αντικείμενο της αίτησης ή του παραπόνου θα πρέπει να βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται με το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος και ότι, ο αιτητής που αξιώνει θεραπεία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος σε σχέση με την ουσία του αιτήματος του, δεν μπορεί να αξιώνει ταυτόχρονα ξεχωριστή θεραπεία για παράλειψη της διοίκησης να απαντήσει σε αίτημα του για παραβίαση του Άρθρου 29 του Συντάγματος (Yialousa Savings Bank v. Republic (1977) 3 C.L.R. 25).

Στην παρούσα περίπτωση από τα στοιχεία που έχουν παρουσιασθεί, όπως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο της Ένστασης των καθ’ ων η αίτηση, φαίνεται ότι το αίτημα ήταν καθαρά πληροφοριακού χαρακτήρα και η παράλειψη των καθ’ ων η αίτηση να απαντήσουν μέσα στα πλαίσια του Άρθρου 29 του Συντάγματος, δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα και κατ’ επέκταση δεν ήταν εκτελεστή διοικητική απόφαση.

Επομένως, εφόσον το αντικείμενο της επιστολής και του αιτήματος του αιτητή δεν συνιστούσε εκτελεστή διοικητική πράξη που να εμπίπτει στα όρια της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου, εντός του πλαισίου του Άρθρου 146 του Συντάγματος, δεν προκύπτει οποιαδήποτε υποχρέωση του Αρχηγού Αστυνομίας να απαντήσει στην εν λόγω επιστολή του αιτητή.

Εκτελεστή είναι η παράλειψη απάντησης όταν αφορά αίτημα για έκδοση εκτελεστής απόφασης. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση (Απόφαση της Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Απαισιώτης ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1273/2014, ημερομηνίας 10.3.2017).

Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι η επιστολή απαντήθηκε με επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας ημερομηνίας 30.9.2014 (δεκατέσσερεις ημέρες μετά την καταχωρηση της παρούσας προσφυγής) οπότε κατά παγια νομολογία ο αιτητής θα έπρεπε να αποσύρει την προσφυγή, η οποία και κατέστη άνευ αντικειμένου.

Μεταφέρω το ακόλουθο απόσπασμα από την Πίτσιλλος ν. Υπουργού Συγκοινωνιών & Έργων (2000) 3 Α.Α.Δ. 777:

«Ανεξάρτητα από το πιο πάνω έχει καθιερωθεί ότι η γνωστοποίηση της απάντησης εξαφανίζει το δικαίωμα της προσφυγής και σε περιπτώσεις όπου έχει ήδη καταχωρηθεί μια προσφυγή, η απάντηση που δόθηκε καθιστά την προσφυγή χωρίς αντικείμενο. Με την απάντηση που δίνεται πληρώνεται το κενό στην εκπλήρωση της υποχρέωσης της Διοίκησης (Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 67. Ίδε επίσης Παπασάββας ν. Δημοκρατίας (1973) 3 Α.Α.Δ. 467, 476 και Δήμος Λευκωσίας ν. Γρηγορίου (1996) 3 Α.Α.Δ. 191).»

Λαμβανομένου επομένως υπόψη, ότι το αιτητικό της προσφυγής στρέφεται ουσιαστικά κατά της παράλειψης των καθ’ ων η αίτηση να απαντήσουν σε επιστολή που απέστειλε ο αιτητής ημερομηνίας 23.6.2014, κατά παράβαση του Άρθρου 29 του Συντάγματος έχω την άποψη ότι εφόσον τελικά απαντήθηκε, η απάντηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αρθεί η παράλειψη και να εξαφανίσει το δικαίωμα της προσφυγής. Αποτέλεσμα τούτου, είναι ότι η προσφυγή καθίσταται άνευ αντικειμένου.

Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με €1.250 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., εάν επιβάλλεται, εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο