Monday 24th of September 2018 06:46:07 PM

Με πυροβόλησαν 10 φορές

Με πυροβόλησαν 10 φορές

ΦΑΡ-ΟΥΕΣΤ σκηνές περιέγραψε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ο παραπονούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, κατηγορώντας μάλιστα γείτονα του. Ο τελευταίος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστή Μάριου Αγιομαμίτη που κατέληξε πως  όσα είχε αναφέρει ο παραπονούμενος ήταν… θεμελιακή αντίφαση. Αποτέλεσμα ήταν να αθωωθεί ο κατηγορούμενος πριν καν κληθεί σε απολογία.

Εναντίον του κατηγορούμενου καταλογίστηκαν κατηγορίες για μεταφορά κυνηγετικού όπλου και φυσιγγίων σε κλειστή για το κυνήγι περίοδο, και για πρόκληση τρόμου στον παραπονούμενο.

Ο τελευταίος στην γραπτή καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι στις 10.07.13 και περί ώρα 16:45 μετέβηκε στην οικία του και αντιλήφθηκε στο χωράφι που βρίσκεται απέναντι από την οικία του δύο άνδρες να στέκονται μέσα στις ελιές και να κρατούν κυνηγετικά όπλα. Ο ένας άνδρας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Το όνομα του άλλου άνδρα δεν το γνωρίζει, ωστόσο τον βλέπει σχεδόν καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να ανοίξει το κάγκελο της οικίας του άκουσε τρείς πυροβολισμούς και τα σκάγια που έπεσαν δίπλα του. Ο θόρυβος που προκλήθηκε από τους πυροβολισμούς ήταν πολύ χαμηλής ένστασης και είναι σίγουρος ότι τα όπλα έφεραν σιγαστήρα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ωστόσο ότι είδε το όπλο και σε αυτό δεν υπήρχε σιγαστήρας. Ανέφερε επίσης ότι από έρευνα που έκανε στο διαδίκτυο ανακάλυψε ότι υπάρχει μπαρούτι που δεν προκαλεί θόρυβο μεγάλης έντασης.

 

Φοβήθηκε από τους πυροβολισμούς και αμέσως εισήλθε στο αυτοκίνητο του και το οδήγησε πίσω από μία συκιά που βρίσκεται στην αυλή της οικίας του. Όταν άκουσε τους τρείς πυροβολισμούς που αναφέρονται πιο πάνω δεν γύρισε να δει ποιοι πυροβόλησαν, ούτε και είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς αυτόν. Η φορά όμως και των τριών πυροβολισμών προερχόταν από το χωράφι του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από το σημείο που είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να στέκονται. Μετά πάροδο 3 - 5 λεπτών και ενώ βρισκόταν πίσω από τη συκιά άκουσε τέταρτο πυροβολισμό, ο θόρυβος του οποίου ήταν πιο δυνατός από τους προηγούμενους πυροβολισμούς, ενώ ταυτόχρονα άκουσε και τα σκάγια που χτύπησαν στους τσίγκους του χώρου στάθμευσης του αυτοκινήτου του. Μετά τον τέταρτο πυροβολισμό προσπάθησε να δει που βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και ο φίλος του, χωρίς όμως αποτέλεσμα διότι τα φύλλα της συκιάς ήταν πυκνά ενώ παράλληλα φοβόταν να μην τραυματιστεί στα μάτια με τα σκάγια. Πριν περάσει ένα λεπτό από τον τέταρτο πυροβολισμό, άκουσε και πέμπτο πυροβολισμό προερχόμενο από το ίδιο σημείο. Από τον εν λόγω πυροβολισμό ένιωσε στον λαιμό του, αριστερά, δυνατό πόνο και κάψιμο, δηλαδή δύο χτυπήματα που πιστεύει ότι προήλθαν από σκάγια. Ούτε και αυτή τη φορά είδε είτε τον Κατηγορούμενο, είτε τον φίλο του, να τον σημαδεύουν ή να έχουν στραμμένα προς το μέρος του τα κυνηγετικά τους όπλα. Ακολούθως εισήλθε στο όχημα του και κατευθύνθηκε στην Αστυνομία. Στην περιοχή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από τον κατηγορούμενο και τον φίλο του. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα τα βλέπει καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου με τα κυνηγετικά τους όπλα και μάλιστα πριν τρία περίπου χρόνια κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος πυροβολούσε στο χωράφι του. Μετά τη μετάβαση του στην Αστυνομία κατευθύνθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου, διότι πονούσε τον λαιμό του από τα δύο σκάγια που τον χτύπησαν. Στο Νοσοκομείο έλεγξαν τον λαιμό του και δεν υπήρχε τραύμα. Ο ιατρός που τον εξέτασε, του είπε ότι ήταν πολύ ζεστό το συγκεκριμένο σημείο του λαιμού του. Περαιτέρω, υποβλήθηκε σε ακτινολογική εξέταση από την οποία όμως δεν εντοπίστηκαν σκάγια».

 

Επεχείρησε να τον σκοτώσει

Ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο του κατηγορούμενου Α. Κωνσταντίνου, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον σκοτώσει στο επίδικο συμβάν και ο λόγος ήταν διότι γίνονταν αρκετές καταγγελίες εναντίον του κατηγορούμενου από άλλα πρόσωπα και ο τελευταίος θεωρούσε πως είναι ο ίδιος που έκανε αυτές τις καταγγελίες. Ερωτηθείς πως γνωρίζει για τις καταγγελίες που έγιναν από άλλα πρόσωπα, ο παραπονούμενος είπε ότι τον κάλεσαν η Επίτροπος Διοικήσεως, η Αστυνομία, καθώς και η Υπηρεσία Θύρας να δώσει μαρτυρία σχετικά με αυτές, ενώ τον ενημέρωσαν και τα πρόσωπα που έκαναν τις καταγγελίες. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι αναφορές του σε καταγγελίες αποτελούν μυθοπλασίες και είπε ότι η Κοινότητα του έδειξε τα σχετικά χαρτιά, τα παράπονα που έγιναν και την επιστολή προς την Επίτροπο Διοικήσεως.

 

Την προηγούμενη μέρα του επίδικου συμβάντος, ήτοι στις 09.07.13, ενώ βρισκόταν στην οικία της μητέρας του, η οποία βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο από το χωράφι του κατηγορούμενου, παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος και ο φίλος του που βρίσκονταν στο χωράφι του πρώτου έτρεχαν δεξιά και αριστερά και ο κατηγορούμενος τον παρακολουθούσε και φώναζε του φίλου του. Όταν τους αντιλήφθηκε έτρεξαν να κρυφτούν.  Του προκάλεσε εντύπωση αυτό, διότι άλλες φορές δεν τους είδε να τρέχουν. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι οι εν λόγω ενέργειες τους αποτελούσαν προετοιμασία των όσων θα επακολουθούσαν την επόμενη ημέρα.

 

Ο τελευταίος πυροβολισμός

 

Σε σχετική ερώτηση της κας Κωνσταντίνου, ο παραπονούμενος απάντησε ότι είδε τον κατηγορούμενο να κρατά όπλο και να τον πυροβολεί. Αρχικά τον πυροβόλησε μόνο ο κατηγορούμενος, ακολούθως ο φίλος του και στη συνέχεια τον πυροβολούσαν ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος και ο φίλος του. Οι πυροβολισμοί ήταν συνεχείς, δεν μπόρεσε ωστόσο λόγω του φόβου που ένιωσε να τους μετρήσει, παρά ταύτα υπολογίζει ότι τον πυροβόλησαν περισσότερες από δέκα φορές. Ο τελευταίος πυροβολισμός μάλιστα τον πέτυχε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε υποστατικό που βρίσκεται στο χωράφι του και κρύφτηκε. Σε κάποια στιγμή τον είδε που τον σημάδεψε με το όπλο και έκανε έναν ελιγμό και έφυγε. Μετά πάροδο δέκα λεπτών επιχείρησε να φύγει και τότε είδε τον κατηγορούμενο να τον πυροβολεί και δύο σκάγια τον τραυμάτισαν στον λαιμό.  Στις υποδείξεις της συνηγόρου ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αναφέρει, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο ή τον φίλο του να τον πυροβολούν, ο παραπονούμενος είπε ότι ορισμένες φορές τους έβλεπε και ορισμένες όχι. Σε άλλο σημείο ωστόσο της αντεξέτασης του είπε ότι σκέφθηκε να μην τους βλέπει για να προστατεύσει τα μάτια του, για να καταλήξει τελικά ότι τους έβλεπε κατά διαστήματα.

 

Περαιτέρω, όταν τέθηκε στον μάρτυρα ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, προσδιόρισε ότι οι πυροβολισμοί που άκουσε ήταν πέντε, ο τελευταίος απάντησε ότι λόγω του φόβου που τον κατείχε δεν μπορούσε να μετρήσει. Ερωτηθείς κατά πόσο στον χώρο εντοπίστηκαν σκάγια, ανέφερε ότι η Αστυνομία βρήκε μόνο γδαρσίματα στον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του και τον πληροφόρησε ότι λόγω του μεγέθους δεν μπορούσαν να εντοπιστούν τα σκάγια. Επίσης, ανέφερε ότι από τους πυροβολισμούς προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητο του, τις οποίες όμως δεν είχε εντοπίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και για αυτόν τον λόγο δεν ανέφερε κάτι στην Αστυνομία. Στην υποβληθείσα θέση ότι δεν εντοπίστηκαν σκάγια διότι δεν υπήρξαν πυροβολισμοί, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είναι δουλειά της Αστυνομίας. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Αστυνομία άκουσε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να παραδέχονται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων καθώς ήταν σε ανοιχτή ακρόαση. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος ο Κατηγορούμενος ήταν στο χωράφι του μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα.

 Στο μεταξύ ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι από το σπίτι του κατηγορούμενου παρέλαβε ως τεκμήρια τέσσερα ΔΟΚΟ, ένα φλόμπερ και ένα αεροβόλο, που στάλθηκαν στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Αστυνομίας, αλλά δεν συνδέθηκαν με την όλη υπόθεση.

 

ΦΑΡ-ΟΥΕΣΤ σκηνές περιέγραψε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ο παραπονούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, κατηγορώντας μάλιστα γείτονα του. Ο τελευταίος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστή Μάριου Αγιομαμίτη που κατέληξε πως  όσα είχε αναφέρει ο παραπονούμενος ήταν… θεμελιακή αντίφαση. Αποτέλεσμα ήταν να αθωωθεί ο κατηγορούμενος πριν καν κληθεί σε απολογία.

Εναντίον του κατηγορούμενου καταλογίστηκαν κατηγορίες για μεταφορά κυνηγετικού όπλου και φυσιγγίων σε κλειστή για το κυνήγι περίοδο, και για πρόκληση τρόμου στον παραπονούμενο.

Ο τελευταίος στην γραπτή καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι στις 10.07.13 και περί ώρα 16:45 μετέβηκε στην οικία του και αντιλήφθηκε στο χωράφι που βρίσκεται απέναντι από την οικία του δύο άνδρες να στέκονται μέσα στις ελιές και να κρατούν κυνηγετικά όπλα. Ο ένας άνδρας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Το όνομα του άλλου άνδρα δεν το γνωρίζει, ωστόσο τον βλέπει σχεδόν καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να ανοίξει το κάγκελο της οικίας του άκουσε τρείς πυροβολισμούς και τα σκάγια που έπεσαν δίπλα του. Ο θόρυβος που προκλήθηκε από τους πυροβολισμούς ήταν πολύ χαμηλής ένστασης και είναι σίγουρος ότι τα όπλα έφεραν σιγαστήρα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ωστόσο ότι είδε το όπλο και σε αυτό δεν υπήρχε σιγαστήρας. Ανέφερε επίσης ότι από έρευνα που έκανε στο διαδίκτυο ανακάλυψε ότι υπάρχει μπαρούτι που δεν προκαλεί θόρυβο μεγάλης έντασης.

 

Φοβήθηκε από τους πυροβολισμούς και αμέσως εισήλθε στο αυτοκίνητο του και το οδήγησε πίσω από μία συκιά που βρίσκεται στην αυλή της οικίας του. Όταν άκουσε τους τρείς πυροβολισμούς που αναφέρονται πιο πάνω δεν γύρισε να δει ποιοι πυροβόλησαν, ούτε και είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς αυτόν. Η φορά όμως και των τριών πυροβολισμών προερχόταν από το χωράφι του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από το σημείο που είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να στέκονται. Μετά πάροδο 3 - 5 λεπτών και ενώ βρισκόταν πίσω από τη συκιά άκουσε τέταρτο πυροβολισμό, ο θόρυβος του οποίου ήταν πιο δυνατός από τους προηγούμενους πυροβολισμούς, ενώ ταυτόχρονα άκουσε και τα σκάγια που χτύπησαν στους τσίγκους του χώρου στάθμευσης του αυτοκινήτου του. Μετά τον τέταρτο πυροβολισμό προσπάθησε να δει που βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και ο φίλος του, χωρίς όμως αποτέλεσμα διότι τα φύλλα της συκιάς ήταν πυκνά ενώ παράλληλα φοβόταν να μην τραυματιστεί στα μάτια με τα σκάγια. Πριν περάσει ένα λεπτό από τον τέταρτο πυροβολισμό, άκουσε και πέμπτο πυροβολισμό προερχόμενο από το ίδιο σημείο. Από τον εν λόγω πυροβολισμό ένιωσε στον λαιμό του, αριστερά, δυνατό πόνο και κάψιμο, δηλαδή δύο χτυπήματα που πιστεύει ότι προήλθαν από σκάγια. Ούτε και αυτή τη φορά είδε είτε τον Κατηγορούμενο, είτε τον φίλο του, να τον σημαδεύουν ή να έχουν στραμμένα προς το μέρος του τα κυνηγετικά τους όπλα. Ακολούθως εισήλθε στο όχημα του και κατευθύνθηκε στην Αστυνομία. Στην περιοχή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από τον κατηγορούμενο και τον φίλο του. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα τα βλέπει καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου με τα κυνηγετικά τους όπλα και μάλιστα πριν τρία περίπου χρόνια κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος πυροβολούσε στο χωράφι του. Μετά τη μετάβαση του στην Αστυνομία κατευθύνθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου, διότι πονούσε τον λαιμό του από τα δύο σκάγια που τον χτύπησαν. Στο Νοσοκομείο έλεγξαν τον λαιμό του και δεν υπήρχε τραύμα. Ο ιατρός που τον εξέτασε, του είπε ότι ήταν πολύ ζεστό το συγκεκριμένο σημείο του λαιμού του. Περαιτέρω, υποβλήθηκε σε ακτινολογική εξέταση από την οποία όμως δεν εντοπίστηκαν σκάγια».

 

Επεχείρησε να τον σκοτώσει

Ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο του κατηγορούμενου Α. Κωνσταντίνου, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον σκοτώσει στο επίδικο συμβάν και ο λόγος ήταν διότι γίνονταν αρκετές καταγγελίες εναντίον του κατηγορούμενου από άλλα πρόσωπα και ο τελευταίος θεωρούσε πως είναι ο ίδιος που έκανε αυτές τις καταγγελίες. Ερωτηθείς πως γνωρίζει για τις καταγγελίες που έγιναν από άλλα πρόσωπα, ο παραπονούμενος είπε ότι τον κάλεσαν η Επίτροπος Διοικήσεως, η Αστυνομία, καθώς και η Υπηρεσία Θύρας να δώσει μαρτυρία σχετικά με αυτές, ενώ τον ενημέρωσαν και τα πρόσωπα που έκαναν τις καταγγελίες. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι αναφορές του σε καταγγελίες αποτελούν μυθοπλασίες και είπε ότι η Κοινότητα του έδειξε τα σχετικά χαρτιά, τα παράπονα που έγιναν και την επιστολή προς την Επίτροπο Διοικήσεως.

 

Την προηγούμενη μέρα του επίδικου συμβάντος, ήτοι στις 09.07.13, ενώ βρισκόταν στην οικία της μητέρας του, η οποία βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο από το χωράφι του κατηγορούμενου, παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος και ο φίλος του που βρίσκονταν στο χωράφι του πρώτου έτρεχαν δεξιά και αριστερά και ο κατηγορούμενος τον παρακολουθούσε και φώναζε του φίλου του. Όταν τους αντιλήφθηκε έτρεξαν να κρυφτούν.  Του προκάλεσε εντύπωση αυτό, διότι άλλες φορές δεν τους είδε να τρέχουν. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι οι εν λόγω ενέργειες τους αποτελούσαν προετοιμασία των όσων θα επακολουθούσαν την επόμενη ημέρα.

 

Ο τελευταίος πυροβολισμός

 

Σε σχετική ερώτηση της κας Κωνσταντίνου, ο παραπονούμενος απάντησε ότι είδε τον κατηγορούμενο να κρατά όπλο και να τον πυροβολεί. Αρχικά τον πυροβόλησε μόνο ο κατηγορούμενος, ακολούθως ο φίλος του και στη συνέχεια τον πυροβολούσαν ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος και ο φίλος του. Οι πυροβολισμοί ήταν συνεχείς, δεν μπόρεσε ωστόσο λόγω του φόβου που ένιωσε να τους μετρήσει, παρά ταύτα υπολογίζει ότι τον πυροβόλησαν περισσότερες από δέκα φορές. Ο τελευταίος πυροβολισμός μάλιστα τον πέτυχε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε υποστατικό που βρίσκεται στο χωράφι του και κρύφτηκε. Σε κάποια στιγμή τον είδε που τον σημάδεψε με το όπλο και έκανε έναν ελιγμό και έφυγε. Μετά πάροδο δέκα λεπτών επιχείρησε να φύγει και τότε είδε τον κατηγορούμενο να τον πυροβολεί και δύο σκάγια τον τραυμάτισαν στον λαιμό.  Στις υποδείξεις της συνηγόρου ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αναφέρει, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο ή τον φίλο του να τον πυροβολούν, ο παραπονούμενος είπε ότι ορισμένες φορές τους έβλεπε και ορισμένες όχι. Σε άλλο σημείο ωστόσο της αντεξέτασης του είπε ότι σκέφθηκε να μην τους βλέπει για να προστατεύσει τα μάτια του, για να καταλήξει τελικά ότι τους έβλεπε κατά διαστήματα.

 

Περαιτέρω, όταν τέθηκε στον μάρτυρα ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, προσδιόρισε ότι οι πυροβολισμοί που άκουσε ήταν πέντε, ο τελευταίος απάντησε ότι λόγω του φόβου που τον κατείχε δεν μπορούσε να μετρήσει. Ερωτηθείς κατά πόσο στον χώρο εντοπίστηκαν σκάγια, ανέφερε ότι η Αστυνομία βρήκε μόνο γδαρσίματα στον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του και τον πληροφόρησε ότι λόγω του μεγέθους δεν μπορούσαν να εντοπιστούν τα σκάγια. Επίσης, ανέφερε ότι από τους πυροβολισμούς προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητο του, τις οποίες όμως δεν είχε εντοπίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και για αυτόν τον λόγο δεν ανέφερε κάτι στην Αστυνομία. Στην υποβληθείσα θέση ότι δεν εντοπίστηκαν σκάγια διότι δεν υπήρξαν πυροβολισμοί, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είναι δουλειά της Αστυνομίας. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Αστυνομία άκουσε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να παραδέχονται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων καθώς ήταν σε ανοιχτή ακρόαση. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος ο Κατηγορούμενος ήταν στο χωράφι του μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα.

 Στο μεταξύ ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι από το σπίτι του κατηγορούμενου παρέλαβε ως τεκμήρια τέσσερα ΔΟΚΟ, ένα φλόμπερ και ένα αεροβόλο, που στάλθηκαν στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Αστυνομίας, αλλά δεν συνδέθηκαν με την όλη υπόθεση.

 

ΦΑΡ-ΟΥΕΣΤ σκηνές περιέγραψε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ο παραπονούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, κατηγορώντας μάλιστα γείτονα του. Ο τελευταίος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστή Μάριου Αγιομαμίτη που κατέληξε πως  όσα είχε αναφέρει ο παραπονούμενος ήταν… θεμελιακή αντίφαση. Αποτέλεσμα ήταν να αθωωθεί ο κατηγορούμενος πριν καν κληθεί σε απολογία.

Εναντίον του κατηγορούμενου καταλογίστηκαν κατηγορίες για μεταφορά κυνηγετικού όπλου και φυσιγγίων σε κλειστή για το κυνήγι περίοδο, και για πρόκληση τρόμου στον παραπονούμενο.

Ο τελευταίος στην γραπτή καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι στις 10.07.13 και περί ώρα 16:45 μετέβηκε στην οικία του και αντιλήφθηκε στο χωράφι που βρίσκεται απέναντι από την οικία του δύο άνδρες να στέκονται μέσα στις ελιές και να κρατούν κυνηγετικά όπλα. Ο ένας άνδρας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Το όνομα του άλλου άνδρα δεν το γνωρίζει, ωστόσο τον βλέπει σχεδόν καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να ανοίξει το κάγκελο της οικίας του άκουσε τρείς πυροβολισμούς και τα σκάγια που έπεσαν δίπλα του. Ο θόρυβος που προκλήθηκε από τους πυροβολισμούς ήταν πολύ χαμηλής ένστασης και είναι σίγουρος ότι τα όπλα έφεραν σιγαστήρα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ωστόσο ότι είδε το όπλο και σε αυτό δεν υπήρχε σιγαστήρας. Ανέφερε επίσης ότι από έρευνα που έκανε στο διαδίκτυο ανακάλυψε ότι υπάρχει μπαρούτι που δεν προκαλεί θόρυβο μεγάλης έντασης.

 

Φοβήθηκε από τους πυροβολισμούς και αμέσως εισήλθε στο αυτοκίνητο του και το οδήγησε πίσω από μία συκιά που βρίσκεται στην αυλή της οικίας του. Όταν άκουσε τους τρείς πυροβολισμούς που αναφέρονται πιο πάνω δεν γύρισε να δει ποιοι πυροβόλησαν, ούτε και είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς αυτόν. Η φορά όμως και των τριών πυροβολισμών προερχόταν από το χωράφι του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από το σημείο που είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να στέκονται. Μετά πάροδο 3 - 5 λεπτών και ενώ βρισκόταν πίσω από τη συκιά άκουσε τέταρτο πυροβολισμό, ο θόρυβος του οποίου ήταν πιο δυνατός από τους προηγούμενους πυροβολισμούς, ενώ ταυτόχρονα άκουσε και τα σκάγια που χτύπησαν στους τσίγκους του χώρου στάθμευσης του αυτοκινήτου του. Μετά τον τέταρτο πυροβολισμό προσπάθησε να δει που βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και ο φίλος του, χωρίς όμως αποτέλεσμα διότι τα φύλλα της συκιάς ήταν πυκνά ενώ παράλληλα φοβόταν να μην τραυματιστεί στα μάτια με τα σκάγια. Πριν περάσει ένα λεπτό από τον τέταρτο πυροβολισμό, άκουσε και πέμπτο πυροβολισμό προερχόμενο από το ίδιο σημείο. Από τον εν λόγω πυροβολισμό ένιωσε στον λαιμό του, αριστερά, δυνατό πόνο και κάψιμο, δηλαδή δύο χτυπήματα που πιστεύει ότι προήλθαν από σκάγια. Ούτε και αυτή τη φορά είδε είτε τον Κατηγορούμενο, είτε τον φίλο του, να τον σημαδεύουν ή να έχουν στραμμένα προς το μέρος του τα κυνηγετικά τους όπλα. Ακολούθως εισήλθε στο όχημα του και κατευθύνθηκε στην Αστυνομία. Στην περιοχή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από τον κατηγορούμενο και τον φίλο του. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα τα βλέπει καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου με τα κυνηγετικά τους όπλα και μάλιστα πριν τρία περίπου χρόνια κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος πυροβολούσε στο χωράφι του. Μετά τη μετάβαση του στην Αστυνομία κατευθύνθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου, διότι πονούσε τον λαιμό του από τα δύο σκάγια που τον χτύπησαν. Στο Νοσοκομείο έλεγξαν τον λαιμό του και δεν υπήρχε τραύμα. Ο ιατρός που τον εξέτασε, του είπε ότι ήταν πολύ ζεστό το συγκεκριμένο σημείο του λαιμού του. Περαιτέρω, υποβλήθηκε σε ακτινολογική εξέταση από την οποία όμως δεν εντοπίστηκαν σκάγια».

 

Επεχείρησε να τον σκοτώσει

Ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο του κατηγορούμενου Α. Κωνσταντίνου, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον σκοτώσει στο επίδικο συμβάν και ο λόγος ήταν διότι γίνονταν αρκετές καταγγελίες εναντίον του κατηγορούμενου από άλλα πρόσωπα και ο τελευταίος θεωρούσε πως είναι ο ίδιος που έκανε αυτές τις καταγγελίες. Ερωτηθείς πως γνωρίζει για τις καταγγελίες που έγιναν από άλλα πρόσωπα, ο παραπονούμενος είπε ότι τον κάλεσαν η Επίτροπος Διοικήσεως, η Αστυνομία, καθώς και η Υπηρεσία Θύρας να δώσει μαρτυρία σχετικά με αυτές, ενώ τον ενημέρωσαν και τα πρόσωπα που έκαναν τις καταγγελίες. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι αναφορές του σε καταγγελίες αποτελούν μυθοπλασίες και είπε ότι η Κοινότητα του έδειξε τα σχετικά χαρτιά, τα παράπονα που έγιναν και την επιστολή προς την Επίτροπο Διοικήσεως.

 

Την προηγούμενη μέρα του επίδικου συμβάντος, ήτοι στις 09.07.13, ενώ βρισκόταν στην οικία της μητέρας του, η οποία βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο από το χωράφι του κατηγορούμενου, παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος και ο φίλος του που βρίσκονταν στο χωράφι του πρώτου έτρεχαν δεξιά και αριστερά και ο κατηγορούμενος τον παρακολουθούσε και φώναζε του φίλου του. Όταν τους αντιλήφθηκε έτρεξαν να κρυφτούν.  Του προκάλεσε εντύπωση αυτό, διότι άλλες φορές δεν τους είδε να τρέχουν. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι οι εν λόγω ενέργειες τους αποτελούσαν προετοιμασία των όσων θα επακολουθούσαν την επόμενη ημέρα.

 

Ο τελευταίος πυροβολισμός

 

Σε σχετική ερώτηση της κας Κωνσταντίνου, ο παραπονούμενος απάντησε ότι είδε τον κατηγορούμενο να κρατά όπλο και να τον πυροβολεί. Αρχικά τον πυροβόλησε μόνο ο κατηγορούμενος, ακολούθως ο φίλος του και στη συνέχεια τον πυροβολούσαν ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος και ο φίλος του. Οι πυροβολισμοί ήταν συνεχείς, δεν μπόρεσε ωστόσο λόγω του φόβου που ένιωσε να τους μετρήσει, παρά ταύτα υπολογίζει ότι τον πυροβόλησαν περισσότερες από δέκα φορές. Ο τελευταίος πυροβολισμός μάλιστα τον πέτυχε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε υποστατικό που βρίσκεται στο χωράφι του και κρύφτηκε. Σε κάποια στιγμή τον είδε που τον σημάδεψε με το όπλο και έκανε έναν ελιγμό και έφυγε. Μετά πάροδο δέκα λεπτών επιχείρησε να φύγει και τότε είδε τον κατηγορούμενο να τον πυροβολεί και δύο σκάγια τον τραυμάτισαν στον λαιμό.  Στις υποδείξεις της συνηγόρου ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αναφέρει, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο ή τον φίλο του να τον πυροβολούν, ο παραπονούμενος είπε ότι ορισμένες φορές τους έβλεπε και ορισμένες όχι. Σε άλλο σημείο ωστόσο της αντεξέτασης του είπε ότι σκέφθηκε να μην τους βλέπει για να προστατεύσει τα μάτια του, για να καταλήξει τελικά ότι τους έβλεπε κατά διαστήματα.

 

Περαιτέρω, όταν τέθηκε στον μάρτυρα ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, προσδιόρισε ότι οι πυροβολισμοί που άκουσε ήταν πέντε, ο τελευταίος απάντησε ότι λόγω του φόβου που τον κατείχε δεν μπορούσε να μετρήσει. Ερωτηθείς κατά πόσο στον χώρο εντοπίστηκαν σκάγια, ανέφερε ότι η Αστυνομία βρήκε μόνο γδαρσίματα στον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του και τον πληροφόρησε ότι λόγω του μεγέθους δεν μπορούσαν να εντοπιστούν τα σκάγια. Επίσης, ανέφερε ότι από τους πυροβολισμούς προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητο του, τις οποίες όμως δεν είχε εντοπίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και για αυτόν τον λόγο δεν ανέφερε κάτι στην Αστυνομία. Στην υποβληθείσα θέση ότι δεν εντοπίστηκαν σκάγια διότι δεν υπήρξαν πυροβολισμοί, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είναι δουλειά της Αστυνομίας. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Αστυνομία άκουσε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να παραδέχονται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων καθώς ήταν σε ανοιχτή ακρόαση. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος ο Κατηγορούμενος ήταν στο χωράφι του μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα.

 Στο μεταξύ ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι από το σπίτι του κατηγορούμενου παρέλαβε ως τεκμήρια τέσσερα ΔΟΚΟ, ένα φλόμπερ και ένα αεροβόλο, που στάλθηκαν στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Αστυνομίας, αλλά δεν συνδέθηκαν με την όλη υπόθεση.

 

ΦΑΡ-ΟΥΕΣΤ σκηνές περιέγραψε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ο παραπονούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, κατηγορώντας μάλιστα γείτονα του. Ο τελευταίος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστή Μάριου Αγιομαμίτη που κατέληξε πως  όσα είχε αναφέρει ο παραπονούμενος ήταν… θεμελιακή αντίφαση. Αποτέλεσμα ήταν να αθωωθεί ο κατηγορούμενος πριν καν κληθεί σε απολογία.

Εναντίον του κατηγορούμενου καταλογίστηκαν κατηγορίες για μεταφορά κυνηγετικού όπλου και φυσιγγίων σε κλειστή για το κυνήγι περίοδο, και για πρόκληση τρόμου στον παραπονούμενο.

Ο τελευταίος στην γραπτή καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι στις 10.07.13 και περί ώρα 16:45 μετέβηκε στην οικία του και αντιλήφθηκε στο χωράφι που βρίσκεται απέναντι από την οικία του δύο άνδρες να στέκονται μέσα στις ελιές και να κρατούν κυνηγετικά όπλα. Ο ένας άνδρας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Το όνομα του άλλου άνδρα δεν το γνωρίζει, ωστόσο τον βλέπει σχεδόν καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να ανοίξει το κάγκελο της οικίας του άκουσε τρείς πυροβολισμούς και τα σκάγια που έπεσαν δίπλα του. Ο θόρυβος που προκλήθηκε από τους πυροβολισμούς ήταν πολύ χαμηλής ένστασης και είναι σίγουρος ότι τα όπλα έφεραν σιγαστήρα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ωστόσο ότι είδε το όπλο και σε αυτό δεν υπήρχε σιγαστήρας. Ανέφερε επίσης ότι από έρευνα που έκανε στο διαδίκτυο ανακάλυψε ότι υπάρχει μπαρούτι που δεν προκαλεί θόρυβο μεγάλης έντασης.

 

Φοβήθηκε από τους πυροβολισμούς και αμέσως εισήλθε στο αυτοκίνητο του και το οδήγησε πίσω από μία συκιά που βρίσκεται στην αυλή της οικίας του. Όταν άκουσε τους τρείς πυροβολισμούς που αναφέρονται πιο πάνω δεν γύρισε να δει ποιοι πυροβόλησαν, ούτε και είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς αυτόν. Η φορά όμως και των τριών πυροβολισμών προερχόταν από το χωράφι του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από το σημείο που είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να στέκονται. Μετά πάροδο 3 - 5 λεπτών και ενώ βρισκόταν πίσω από τη συκιά άκουσε τέταρτο πυροβολισμό, ο θόρυβος του οποίου ήταν πιο δυνατός από τους προηγούμενους πυροβολισμούς, ενώ ταυτόχρονα άκουσε και τα σκάγια που χτύπησαν στους τσίγκους του χώρου στάθμευσης του αυτοκινήτου του. Μετά τον τέταρτο πυροβολισμό προσπάθησε να δει που βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και ο φίλος του, χωρίς όμως αποτέλεσμα διότι τα φύλλα της συκιάς ήταν πυκνά ενώ παράλληλα φοβόταν να μην τραυματιστεί στα μάτια με τα σκάγια. Πριν περάσει ένα λεπτό από τον τέταρτο πυροβολισμό, άκουσε και πέμπτο πυροβολισμό προερχόμενο από το ίδιο σημείο. Από τον εν λόγω πυροβολισμό ένιωσε στον λαιμό του, αριστερά, δυνατό πόνο και κάψιμο, δηλαδή δύο χτυπήματα που πιστεύει ότι προήλθαν από σκάγια. Ούτε και αυτή τη φορά είδε είτε τον Κατηγορούμενο, είτε τον φίλο του, να τον σημαδεύουν ή να έχουν στραμμένα προς το μέρος του τα κυνηγετικά τους όπλα. Ακολούθως εισήλθε στο όχημα του και κατευθύνθηκε στην Αστυνομία. Στην περιοχή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από τον κατηγορούμενο και τον φίλο του. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα τα βλέπει καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου με τα κυνηγετικά τους όπλα και μάλιστα πριν τρία περίπου χρόνια κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος πυροβολούσε στο χωράφι του. Μετά τη μετάβαση του στην Αστυνομία κατευθύνθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου, διότι πονούσε τον λαιμό του από τα δύο σκάγια που τον χτύπησαν. Στο Νοσοκομείο έλεγξαν τον λαιμό του και δεν υπήρχε τραύμα. Ο ιατρός που τον εξέτασε, του είπε ότι ήταν πολύ ζεστό το συγκεκριμένο σημείο του λαιμού του. Περαιτέρω, υποβλήθηκε σε ακτινολογική εξέταση από την οποία όμως δεν εντοπίστηκαν σκάγια».

 

Επεχείρησε να τον σκοτώσει

Ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο του κατηγορούμενου Α. Κωνσταντίνου, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον σκοτώσει στο επίδικο συμβάν και ο λόγος ήταν διότι γίνονταν αρκετές καταγγελίες εναντίον του κατηγορούμενου από άλλα πρόσωπα και ο τελευταίος θεωρούσε πως είναι ο ίδιος που έκανε αυτές τις καταγγελίες. Ερωτηθείς πως γνωρίζει για τις καταγγελίες που έγιναν από άλλα πρόσωπα, ο παραπονούμενος είπε ότι τον κάλεσαν η Επίτροπος Διοικήσεως, η Αστυνομία, καθώς και η Υπηρεσία Θύρας να δώσει μαρτυρία σχετικά με αυτές, ενώ τον ενημέρωσαν και τα πρόσωπα που έκαναν τις καταγγελίες. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι αναφορές του σε καταγγελίες αποτελούν μυθοπλασίες και είπε ότι η Κοινότητα του έδειξε τα σχετικά χαρτιά, τα παράπονα που έγιναν και την επιστολή προς την Επίτροπο Διοικήσεως.

 

Την προηγούμενη μέρα του επίδικου συμβάντος, ήτοι στις 09.07.13, ενώ βρισκόταν στην οικία της μητέρας του, η οποία βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο από το χωράφι του κατηγορούμενου, παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος και ο φίλος του που βρίσκονταν στο χωράφι του πρώτου έτρεχαν δεξιά και αριστερά και ο κατηγορούμενος τον παρακολουθούσε και φώναζε του φίλου του. Όταν τους αντιλήφθηκε έτρεξαν να κρυφτούν.  Του προκάλεσε εντύπωση αυτό, διότι άλλες φορές δεν τους είδε να τρέχουν. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι οι εν λόγω ενέργειες τους αποτελούσαν προετοιμασία των όσων θα επακολουθούσαν την επόμενη ημέρα.

 

Ο τελευταίος πυροβολισμός

 

Σε σχετική ερώτηση της κας Κωνσταντίνου, ο παραπονούμενος απάντησε ότι είδε τον κατηγορούμενο να κρατά όπλο και να τον πυροβολεί. Αρχικά τον πυροβόλησε μόνο ο κατηγορούμενος, ακολούθως ο φίλος του και στη συνέχεια τον πυροβολούσαν ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος και ο φίλος του. Οι πυροβολισμοί ήταν συνεχείς, δεν μπόρεσε ωστόσο λόγω του φόβου που ένιωσε να τους μετρήσει, παρά ταύτα υπολογίζει ότι τον πυροβόλησαν περισσότερες από δέκα φορές. Ο τελευταίος πυροβολισμός μάλιστα τον πέτυχε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε υποστατικό που βρίσκεται στο χωράφι του και κρύφτηκε. Σε κάποια στιγμή τον είδε που τον σημάδεψε με το όπλο και έκανε έναν ελιγμό και έφυγε. Μετά πάροδο δέκα λεπτών επιχείρησε να φύγει και τότε είδε τον κατηγορούμενο να τον πυροβολεί και δύο σκάγια τον τραυμάτισαν στον λαιμό.  Στις υποδείξεις της συνηγόρου ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αναφέρει, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο ή τον φίλο του να τον πυροβολούν, ο παραπονούμενος είπε ότι ορισμένες φορές τους έβλεπε και ορισμένες όχι. Σε άλλο σημείο ωστόσο της αντεξέτασης του είπε ότι σκέφθηκε να μην τους βλέπει για να προστατεύσει τα μάτια του, για να καταλήξει τελικά ότι τους έβλεπε κατά διαστήματα.

 

Περαιτέρω, όταν τέθηκε στον μάρτυρα ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, προσδιόρισε ότι οι πυροβολισμοί που άκουσε ήταν πέντε, ο τελευταίος απάντησε ότι λόγω του φόβου που τον κατείχε δεν μπορούσε να μετρήσει. Ερωτηθείς κατά πόσο στον χώρο εντοπίστηκαν σκάγια, ανέφερε ότι η Αστυνομία βρήκε μόνο γδαρσίματα στον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του και τον πληροφόρησε ότι λόγω του μεγέθους δεν μπορούσαν να εντοπιστούν τα σκάγια. Επίσης, ανέφερε ότι από τους πυροβολισμούς προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητο του, τις οποίες όμως δεν είχε εντοπίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και για αυτόν τον λόγο δεν ανέφερε κάτι στην Αστυνομία. Στην υποβληθείσα θέση ότι δεν εντοπίστηκαν σκάγια διότι δεν υπήρξαν πυροβολισμοί, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είναι δουλειά της Αστυνομίας. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Αστυνομία άκουσε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να παραδέχονται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων καθώς ήταν σε ανοιχτή ακρόαση. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος ο Κατηγορούμενος ήταν στο χωράφι του μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα.

 Στο μεταξύ ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι από το σπίτι του κατηγορούμενου παρέλαβε ως τεκμήρια τέσσερα ΔΟΚΟ, ένα φλόμπερ και ένα αεροβόλο, που στάλθηκαν στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Αστυνομίας, αλλά δεν συνδέθηκαν με την όλη υπόθεση.

 

ΦΑΡ-ΟΥΕΣΤ σκηνές περιέγραψε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ο παραπονούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, κατηγορώντας μάλιστα γείτονα του. Ο τελευταίος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστή Μάριου Αγιομαμίτη που κατέληξε πως  όσα είχε αναφέρει ο παραπονούμενος ήταν… θεμελιακή αντίφαση. Αποτέλεσμα ήταν να αθωωθεί ο κατηγορούμενος πριν καν κληθεί σε απολογία.

Εναντίον του κατηγορούμενου καταλογίστηκαν κατηγορίες για μεταφορά κυνηγετικού όπλου και φυσιγγίων σε κλειστή για το κυνήγι περίοδο, και για πρόκληση τρόμου στον παραπονούμενο.

Ο τελευταίος στην γραπτή καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι στις 10.07.13 και περί ώρα 16:45 μετέβηκε στην οικία του και αντιλήφθηκε στο χωράφι που βρίσκεται απέναντι από την οικία του δύο άνδρες να στέκονται μέσα στις ελιές και να κρατούν κυνηγετικά όπλα. Ο ένας άνδρας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Το όνομα του άλλου άνδρα δεν το γνωρίζει, ωστόσο τον βλέπει σχεδόν καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να ανοίξει το κάγκελο της οικίας του άκουσε τρείς πυροβολισμούς και τα σκάγια που έπεσαν δίπλα του. Ο θόρυβος που προκλήθηκε από τους πυροβολισμούς ήταν πολύ χαμηλής ένστασης και είναι σίγουρος ότι τα όπλα έφεραν σιγαστήρα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ωστόσο ότι είδε το όπλο και σε αυτό δεν υπήρχε σιγαστήρας. Ανέφερε επίσης ότι από έρευνα που έκανε στο διαδίκτυο ανακάλυψε ότι υπάρχει μπαρούτι που δεν προκαλεί θόρυβο μεγάλης έντασης.

 

Φοβήθηκε από τους πυροβολισμούς και αμέσως εισήλθε στο αυτοκίνητο του και το οδήγησε πίσω από μία συκιά που βρίσκεται στην αυλή της οικίας του. Όταν άκουσε τους τρείς πυροβολισμούς που αναφέρονται πιο πάνω δεν γύρισε να δει ποιοι πυροβόλησαν, ούτε και είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς αυτόν. Η φορά όμως και των τριών πυροβολισμών προερχόταν από το χωράφι του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από το σημείο που είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να στέκονται. Μετά πάροδο 3 - 5 λεπτών και ενώ βρισκόταν πίσω από τη συκιά άκουσε τέταρτο πυροβολισμό, ο θόρυβος του οποίου ήταν πιο δυνατός από τους προηγούμενους πυροβολισμούς, ενώ ταυτόχρονα άκουσε και τα σκάγια που χτύπησαν στους τσίγκους του χώρου στάθμευσης του αυτοκινήτου του. Μετά τον τέταρτο πυροβολισμό προσπάθησε να δει που βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και ο φίλος του, χωρίς όμως αποτέλεσμα διότι τα φύλλα της συκιάς ήταν πυκνά ενώ παράλληλα φοβόταν να μην τραυματιστεί στα μάτια με τα σκάγια. Πριν περάσει ένα λεπτό από τον τέταρτο πυροβολισμό, άκουσε και πέμπτο πυροβολισμό προερχόμενο από το ίδιο σημείο. Από τον εν λόγω πυροβολισμό ένιωσε στον λαιμό του, αριστερά, δυνατό πόνο και κάψιμο, δηλαδή δύο χτυπήματα που πιστεύει ότι προήλθαν από σκάγια. Ούτε και αυτή τη φορά είδε είτε τον Κατηγορούμενο, είτε τον φίλο του, να τον σημαδεύουν ή να έχουν στραμμένα προς το μέρος του τα κυνηγετικά τους όπλα. Ακολούθως εισήλθε στο όχημα του και κατευθύνθηκε στην Αστυνομία. Στην περιοχή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από τον κατηγορούμενο και τον φίλο του. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα τα βλέπει καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου με τα κυνηγετικά τους όπλα και μάλιστα πριν τρία περίπου χρόνια κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος πυροβολούσε στο χωράφι του. Μετά τη μετάβαση του στην Αστυνομία κατευθύνθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου, διότι πονούσε τον λαιμό του από τα δύο σκάγια που τον χτύπησαν. Στο Νοσοκομείο έλεγξαν τον λαιμό του και δεν υπήρχε τραύμα. Ο ιατρός που τον εξέτασε, του είπε ότι ήταν πολύ ζεστό το συγκεκριμένο σημείο του λαιμού του. Περαιτέρω, υποβλήθηκε σε ακτινολογική εξέταση από την οποία όμως δεν εντοπίστηκαν σκάγια».

 

Επεχείρησε να τον σκοτώσει

Ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο του κατηγορούμενου Α. Κωνσταντίνου, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον σκοτώσει στο επίδικο συμβάν και ο λόγος ήταν διότι γίνονταν αρκετές καταγγελίες εναντίον του κατηγορούμενου από άλλα πρόσωπα και ο τελευταίος θεωρούσε πως είναι ο ίδιος που έκανε αυτές τις καταγγελίες. Ερωτηθείς πως γνωρίζει για τις καταγγελίες που έγιναν από άλλα πρόσωπα, ο παραπονούμενος είπε ότι τον κάλεσαν η Επίτροπος Διοικήσεως, η Αστυνομία, καθώς και η Υπηρεσία Θύρας να δώσει μαρτυρία σχετικά με αυτές, ενώ τον ενημέρωσαν και τα πρόσωπα που έκαναν τις καταγγελίες. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι αναφορές του σε καταγγελίες αποτελούν μυθοπλασίες και είπε ότι η Κοινότητα του έδειξε τα σχετικά χαρτιά, τα παράπονα που έγιναν και την επιστολή προς την Επίτροπο Διοικήσεως.

 

Την προηγούμενη μέρα του επίδικου συμβάντος, ήτοι στις 09.07.13, ενώ βρισκόταν στην οικία της μητέρας του, η οποία βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο από το χωράφι του κατηγορούμενου, παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος και ο φίλος του που βρίσκονταν στο χωράφι του πρώτου έτρεχαν δεξιά και αριστερά και ο κατηγορούμενος τον παρακολουθούσε και φώναζε του φίλου του. Όταν τους αντιλήφθηκε έτρεξαν να κρυφτούν.  Του προκάλεσε εντύπωση αυτό, διότι άλλες φορές δεν τους είδε να τρέχουν. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι οι εν λόγω ενέργειες τους αποτελούσαν προετοιμασία των όσων θα επακολουθούσαν την επόμενη ημέρα.

 

Ο τελευταίος πυροβολισμός

 

Σε σχετική ερώτηση της κας Κωνσταντίνου, ο παραπονούμενος απάντησε ότι είδε τον κατηγορούμενο να κρατά όπλο και να τον πυροβολεί. Αρχικά τον πυροβόλησε μόνο ο κατηγορούμενος, ακολούθως ο φίλος του και στη συνέχεια τον πυροβολούσαν ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος και ο φίλος του. Οι πυροβολισμοί ήταν συνεχείς, δεν μπόρεσε ωστόσο λόγω του φόβου που ένιωσε να τους μετρήσει, παρά ταύτα υπολογίζει ότι τον πυροβόλησαν περισσότερες από δέκα φορές. Ο τελευταίος πυροβολισμός μάλιστα τον πέτυχε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε υποστατικό που βρίσκεται στο χωράφι του και κρύφτηκε. Σε κάποια στιγμή τον είδε που τον σημάδεψε με το όπλο και έκανε έναν ελιγμό και έφυγε. Μετά πάροδο δέκα λεπτών επιχείρησε να φύγει και τότε είδε τον κατηγορούμενο να τον πυροβολεί και δύο σκάγια τον τραυμάτισαν στον λαιμό.  Στις υποδείξεις της συνηγόρου ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αναφέρει, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο ή τον φίλο του να τον πυροβολούν, ο παραπονούμενος είπε ότι ορισμένες φορές τους έβλεπε και ορισμένες όχι. Σε άλλο σημείο ωστόσο της αντεξέτασης του είπε ότι σκέφθηκε να μην τους βλέπει για να προστατεύσει τα μάτια του, για να καταλήξει τελικά ότι τους έβλεπε κατά διαστήματα.

 

Περαιτέρω, όταν τέθηκε στον μάρτυρα ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, προσδιόρισε ότι οι πυροβολισμοί που άκουσε ήταν πέντε, ο τελευταίος απάντησε ότι λόγω του φόβου που τον κατείχε δεν μπορούσε να μετρήσει. Ερωτηθείς κατά πόσο στον χώρο εντοπίστηκαν σκάγια, ανέφερε ότι η Αστυνομία βρήκε μόνο γδαρσίματα στον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του και τον πληροφόρησε ότι λόγω του μεγέθους δεν μπορούσαν να εντοπιστούν τα σκάγια. Επίσης, ανέφερε ότι από τους πυροβολισμούς προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητο του, τις οποίες όμως δεν είχε εντοπίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και για αυτόν τον λόγο δεν ανέφερε κάτι στην Αστυνομία. Στην υποβληθείσα θέση ότι δεν εντοπίστηκαν σκάγια διότι δεν υπήρξαν πυροβολισμοί, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είναι δουλειά της Αστυνομίας. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Αστυνομία άκουσε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να παραδέχονται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων καθώς ήταν σε ανοιχτή ακρόαση. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος ο Κατηγορούμενος ήταν στο χωράφι του μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα.

 Στο μεταξύ ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι από το σπίτι του κατηγορούμενου παρέλαβε ως τεκμήρια τέσσερα ΔΟΚΟ, ένα φλόμπερ και ένα αεροβόλο, που στάλθηκαν στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Αστυνομίας, αλλά δεν συνδέθηκαν με την όλη υπόθεση.

 

ΦΑΡ-ΟΥΕΣΤ σκηνές περιέγραψε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ο παραπονούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, κατηγορώντας μάλιστα γείτονα του. Ο τελευταίος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστή Μάριου Αγιομαμίτη που κατέληξε πως  όσα είχε αναφέρει ο παραπονούμενος ήταν… θεμελιακή αντίφαση. Αποτέλεσμα ήταν να αθωωθεί ο κατηγορούμενος πριν καν κληθεί σε απολογία.

Εναντίον του κατηγορούμενου καταλογίστηκαν κατηγορίες για μεταφορά κυνηγετικού όπλου και φυσιγγίων σε κλειστή για το κυνήγι περίοδο, και για πρόκληση τρόμου στον παραπονούμενο.

Ο τελευταίος στην γραπτή καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι στις 10.07.13 και περί ώρα 16:45 μετέβηκε στην οικία του και αντιλήφθηκε στο χωράφι που βρίσκεται απέναντι από την οικία του δύο άνδρες να στέκονται μέσα στις ελιές και να κρατούν κυνηγετικά όπλα. Ο ένας άνδρας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Το όνομα του άλλου άνδρα δεν το γνωρίζει, ωστόσο τον βλέπει σχεδόν καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να ανοίξει το κάγκελο της οικίας του άκουσε τρείς πυροβολισμούς και τα σκάγια που έπεσαν δίπλα του. Ο θόρυβος που προκλήθηκε από τους πυροβολισμούς ήταν πολύ χαμηλής ένστασης και είναι σίγουρος ότι τα όπλα έφεραν σιγαστήρα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ωστόσο ότι είδε το όπλο και σε αυτό δεν υπήρχε σιγαστήρας. Ανέφερε επίσης ότι από έρευνα που έκανε στο διαδίκτυο ανακάλυψε ότι υπάρχει μπαρούτι που δεν προκαλεί θόρυβο μεγάλης έντασης.

 

Φοβήθηκε από τους πυροβολισμούς και αμέσως εισήλθε στο αυτοκίνητο του και το οδήγησε πίσω από μία συκιά που βρίσκεται στην αυλή της οικίας του. Όταν άκουσε τους τρείς πυροβολισμούς που αναφέρονται πιο πάνω δεν γύρισε να δει ποιοι πυροβόλησαν, ούτε και είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς αυτόν. Η φορά όμως και των τριών πυροβολισμών προερχόταν από το χωράφι του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από το σημείο που είδε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να στέκονται. Μετά πάροδο 3 - 5 λεπτών και ενώ βρισκόταν πίσω από τη συκιά άκουσε τέταρτο πυροβολισμό, ο θόρυβος του οποίου ήταν πιο δυνατός από τους προηγούμενους πυροβολισμούς, ενώ ταυτόχρονα άκουσε και τα σκάγια που χτύπησαν στους τσίγκους του χώρου στάθμευσης του αυτοκινήτου του. Μετά τον τέταρτο πυροβολισμό προσπάθησε να δει που βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και ο φίλος του, χωρίς όμως αποτέλεσμα διότι τα φύλλα της συκιάς ήταν πυκνά ενώ παράλληλα φοβόταν να μην τραυματιστεί στα μάτια με τα σκάγια. Πριν περάσει ένα λεπτό από τον τέταρτο πυροβολισμό, άκουσε και πέμπτο πυροβολισμό προερχόμενο από το ίδιο σημείο. Από τον εν λόγω πυροβολισμό ένιωσε στον λαιμό του, αριστερά, δυνατό πόνο και κάψιμο, δηλαδή δύο χτυπήματα που πιστεύει ότι προήλθαν από σκάγια. Ούτε και αυτή τη φορά είδε είτε τον Κατηγορούμενο, είτε τον φίλο του, να τον σημαδεύουν ή να έχουν στραμμένα προς το μέρος του τα κυνηγετικά τους όπλα. Ακολούθως εισήλθε στο όχημα του και κατευθύνθηκε στην Αστυνομία. Στην περιοχή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από τον κατηγορούμενο και τον φίλο του. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα τα βλέπει καθημερινά στο χωράφι του κατηγορούμενου με τα κυνηγετικά τους όπλα και μάλιστα πριν τρία περίπου χρόνια κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος πυροβολούσε στο χωράφι του. Μετά τη μετάβαση του στην Αστυνομία κατευθύνθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου, διότι πονούσε τον λαιμό του από τα δύο σκάγια που τον χτύπησαν. Στο Νοσοκομείο έλεγξαν τον λαιμό του και δεν υπήρχε τραύμα. Ο ιατρός που τον εξέτασε, του είπε ότι ήταν πολύ ζεστό το συγκεκριμένο σημείο του λαιμού του. Περαιτέρω, υποβλήθηκε σε ακτινολογική εξέταση από την οποία όμως δεν εντοπίστηκαν σκάγια».

 

Επεχείρησε να τον σκοτώσει

Ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο του κατηγορούμενου Α. Κωνσταντίνου, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον σκοτώσει στο επίδικο συμβάν και ο λόγος ήταν διότι γίνονταν αρκετές καταγγελίες εναντίον του κατηγορούμενου από άλλα πρόσωπα και ο τελευταίος θεωρούσε πως είναι ο ίδιος που έκανε αυτές τις καταγγελίες. Ερωτηθείς πως γνωρίζει για τις καταγγελίες που έγιναν από άλλα πρόσωπα, ο παραπονούμενος είπε ότι τον κάλεσαν η Επίτροπος Διοικήσεως, η Αστυνομία, καθώς και η Υπηρεσία Θύρας να δώσει μαρτυρία σχετικά με αυτές, ενώ τον ενημέρωσαν και τα πρόσωπα που έκαναν τις καταγγελίες. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι αναφορές του σε καταγγελίες αποτελούν μυθοπλασίες και είπε ότι η Κοινότητα του έδειξε τα σχετικά χαρτιά, τα παράπονα που έγιναν και την επιστολή προς την Επίτροπο Διοικήσεως.

 

Την προηγούμενη μέρα του επίδικου συμβάντος, ήτοι στις 09.07.13, ενώ βρισκόταν στην οικία της μητέρας του, η οποία βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο από το χωράφι του κατηγορούμενου, παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος και ο φίλος του που βρίσκονταν στο χωράφι του πρώτου έτρεχαν δεξιά και αριστερά και ο κατηγορούμενος τον παρακολουθούσε και φώναζε του φίλου του. Όταν τους αντιλήφθηκε έτρεξαν να κρυφτούν.  Του προκάλεσε εντύπωση αυτό, διότι άλλες φορές δεν τους είδε να τρέχουν. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι οι εν λόγω ενέργειες τους αποτελούσαν προετοιμασία των όσων θα επακολουθούσαν την επόμενη ημέρα.

 

Ο τελευταίος πυροβολισμός

 

Σε σχετική ερώτηση της κας Κωνσταντίνου, ο παραπονούμενος απάντησε ότι είδε τον κατηγορούμενο να κρατά όπλο και να τον πυροβολεί. Αρχικά τον πυροβόλησε μόνο ο κατηγορούμενος, ακολούθως ο φίλος του και στη συνέχεια τον πυροβολούσαν ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος και ο φίλος του. Οι πυροβολισμοί ήταν συνεχείς, δεν μπόρεσε ωστόσο λόγω του φόβου που ένιωσε να τους μετρήσει, παρά ταύτα υπολογίζει ότι τον πυροβόλησαν περισσότερες από δέκα φορές. Ο τελευταίος πυροβολισμός μάλιστα τον πέτυχε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε υποστατικό που βρίσκεται στο χωράφι του και κρύφτηκε. Σε κάποια στιγμή τον είδε που τον σημάδεψε με το όπλο και έκανε έναν ελιγμό και έφυγε. Μετά πάροδο δέκα λεπτών επιχείρησε να φύγει και τότε είδε τον κατηγορούμενο να τον πυροβολεί και δύο σκάγια τον τραυμάτισαν στον λαιμό.  Στις υποδείξεις της συνηγόρου ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αναφέρει, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο ή τον φίλο του να τον πυροβολούν, ο παραπονούμενος είπε ότι ορισμένες φορές τους έβλεπε και ορισμένες όχι. Σε άλλο σημείο ωστόσο της αντεξέτασης του είπε ότι σκέφθηκε να μην τους βλέπει για να προστατεύσει τα μάτια του, για να καταλήξει τελικά ότι τους έβλεπε κατά διαστήματα.

 

Περαιτέρω, όταν τέθηκε στον μάρτυρα ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, προσδιόρισε ότι οι πυροβολισμοί που άκουσε ήταν πέντε, ο τελευταίος απάντησε ότι λόγω του φόβου που τον κατείχε δεν μπορούσε να μετρήσει. Ερωτηθείς κατά πόσο στον χώρο εντοπίστηκαν σκάγια, ανέφερε ότι η Αστυνομία βρήκε μόνο γδαρσίματα στον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του και τον πληροφόρησε ότι λόγω του μεγέθους δεν μπορούσαν να εντοπιστούν τα σκάγια. Επίσης, ανέφερε ότι από τους πυροβολισμούς προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητο του, τις οποίες όμως δεν είχε εντοπίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και για αυτόν τον λόγο δεν ανέφερε κάτι στην Αστυνομία. Στην υποβληθείσα θέση ότι δεν εντοπίστηκαν σκάγια διότι δεν υπήρξαν πυροβολισμοί, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είναι δουλειά της Αστυνομίας. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Αστυνομία άκουσε τον κατηγορούμενο και τον φίλο του να παραδέχονται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων καθώς ήταν σε ανοιχτή ακρόαση. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος ο Κατηγορούμενος ήταν στο χωράφι του μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα.

 Στο μεταξύ ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι από το σπίτι του κατηγορούμενου παρέλαβε ως τεκμήρια τέσσερα ΔΟΚΟ, ένα φλόμπερ και ένα αεροβόλο, που στάλθηκαν στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Αστυνομίας, αλλά δεν συνδέθηκαν με την όλη υπόθεση.

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο