Tuesday 18th of December 2018 03:21:26 PM

Πολλαπλότητα κατηγοριών

Πολλαπλότητα κατηγοριών

ΝΕΑ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ένσταση ήγειρε η υπεράσπιση στην γνωστή υπόθεση Focus, και η υπόθεση αναβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας για τις 26 του μήνα, οπότε και η Κατηγορούσα Αρχή αναμένεται να υποβάλει την ένσταση της.

Παράλληλα οι συνήγοροι των κατηγορουμένων γνωστοποίησαν στο Κακουργιοδικείο ότι διάφορα προδικαστικά θέματα θα σταλούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για γνωμάτευση.

Στο μεταξύ σήμερα οι τρεις Δικαστές του Κακουργιοδικείου Λεωνίδας Καλογήρου (Πρόεδρος),  Σταύρος Σταύρου, και Εύη Αντωνίου (Μέλη) εξέδωσαν ενδιάμεση απόφαση κρίνοντας ότι δύο από τις κατηγορίες πάσχουν από πολλαπλότητα. Σύμφωνα με την ετυμηγορία οι  συγκεκριμένες κατηγορίες δεν επηρεάζουν ούτε και δημιουργούν ακυρότητα του κατηγορητηρίου, γιατί οι κατηγορούμενοι γνωρίζουν τι αντιμετωπίζουν.

Παρόλα αυτά ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής τροποποίησε τις δύο κατηγορίες προσθέτοντας δύο άλλες ώστε να μην υπάρχει πολλαπλότητα.

Ολόκληρη η απόφαση του Κακουργιοδικείου είναι η ακόλουθη:

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
-v-

  1. Χριστόδουλου Χριστοδούλου
  2. Μιχάλη Ζολώτα
  3. Mihail Andrei Fole
  4. Αθηνάς Χριστοδούλου
  5. Ανδρέα Κιζουρίδη
  6. C. Christodoulou Consultants Ltd
  7. Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών, πρώην Marfin Financial Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών
  8. Focus Maritime Corp

 

12 Φεβρουαρίου, 2018

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αριστείδης με κα Α. Ματθαίου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 6: κ. Σ. Αγγελίδης

Για τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 8: κ. Ε. Ευσταθίου, κ. Α. Αιμιλιανίδης, για αυτόν η κα Α. Παπαμιχαήλ και κ. Χ. Τριανταφυλλίδης, για αυτόν ο κ. Σ. Χριστοδούλου

Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Χ. Μίτσιγκας

Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Κ.Καλλής με κ. Ν. Γεωργίου

Για την Κατηγορούμενη 7: κ. Α.Χαβιαράς με κ. Ν. Θρασυβούλου

Κατηγορούμενοι 1-5 παρόντες

 

(ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ)

Η εκδίκαση της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, παρά την προ καιρού δεδηλωμένη πρόθεση και προσπάθεια του Δικαστηρίου, δεν έχει ακόμα αρχίσει.

Προκύπτουν συνεχώς νέα προδικαστικά ζητήματα προς επίλυση που καθυστερούν την έναρξη της κυρίως δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά τη συναινετική μεταβολή του κατηγορητηρίου στις 11.1.2018, δια της τροποποίησης των λεπτομερειών πολλών κατηγοριών και της προσθήκης δύο νέων κατηγοριών (κατηγορίες 25 και 26), τέθηκαν τα εξής ζητήματα από πλευράς Υπεράσπισης:

(Ένσταση κατηγορουμένων 1 και 6 η οποία υιοθετήθηκε και από τους κατηγορούμενους 4 και 7)

Από πλευράς κατηγορουμένων 1 και 6, ο ευπαίδευτος συνήγορος τους, κ. Αγγελίδης, ήγειρε πανομοιότυπο ζήτημα με αυτό που είχε εγείρει σε προγενέστερο στάδιο και το οποίο απερρίφθη με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 18.9.2017. Ο λόγος που εγείρεται εκ νέου, εξήγησε ο κ. Αγγελίδης, οφείλεται στο ότι η μεταβολή του κατηγορητηρίου ημερ. 11.1.2018, σηματοδοτεί νέα αφετηρία έναρξης της δίκης και θα πρέπει έτσι να εγερθεί ξανά το ζήτημα, για να διασφαλιστεί το δικαίωμα των κατηγορουμένων 1 και 6 να προσβάλουν την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, στο τέλος της δίκης. Σε διαφορετική περίπτωση, ελλοχεύει ο κίνδυνος, η τυχόν έφεση των κατηγορουμένων 1 και 6 επί του σημείου αυτού, να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου, αφού πιθανώς να θεωρηθεί ως εγερθείσα επί ενός κατηγορητηρίου που μεταγενέστερα μεταβλήθηκε και άρα έπαψε να υφίσταται. Συνεπώς, το θέμα θα πρέπει να επαναφερθεί και να αποφασισθεί επί της σημερινής μορφής του κατηγορητηρίου.

Το θέμα που εγείρει ο κ. Αγγελίδης, υπενθυμίζουμε, έχει δυο άξονες. Ο πρώτος, ότι, οι κατηγορούμενοι 1 και 6 έχουν προηγουμένως καταδικασθεί βάσει των ίδιων ή άρρηκτα συνδεδεμένων γεγονότων και έτσι προβαίνουν στην ειδική απολογία του άρθρου 69(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155

 

(autrefois convict). Και ο δεύτερος, ότι, η παρούσα ποινική υπόθεση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) λόγω της συμπεριφοράς της Κατηγορούσας Αρχής και δη του τρόπου προώθησης των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 6. Η πλήρης επιχειρηματολογία του κ. Αγγελίδη, συνοψίζεται στην ενδιάμεση απόφαση μας ημερ. 18.9.2017.

Για σκοπούς της παρούσας, επαναλαμβάνουμε απλώς, ότι, στον πυρήνα αυτής της επιχειρηματολογίας, είναι η θέση, ότι, η πρόσαψη κατηγοριών, η παραδοχή και η καταδίκη των κατηγορουμένων 1 και 6 στην ποινική υπόθεση 793/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για αδικήματα φοροδιαφυγής που συναρτώνται με το ίδιο ακριβώς χρηματικό ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ που αποτελεί αντικείμενο και της παρούσας υπόθεσης, θέτει τροχοπέδη για την εδώ αναδίπλωση που υπήρξε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Με άλλα λόγια, καταχωρώντας την παρούσα υπόθεση και επαναπροσδιορίζοντας τα γεγονότα και προσάπτοντας πλέον νέες κατηγορίες για δωροδοκία, δωροληψία και άλλα συναφή αδικήματα, υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και θα πρέπει έτσι η υπόθεση να ανακοπεί και οι κατηγορούμενοι 1 και 6 να απαλλαγούν των κατηγοριών.

Τη θέση του κ. Αγγελίδη ασπάστηκαν και υιοθέτησαν οι κ. Μίτσιγκας εκ μέρους του κατηγορούμενου 4 και κ Χαβιαράς εκ μέρους της κατηγορούμενης 7.

(Ένσταση κατηγορουμένων 2 και 8)

Εκ μέρους των κατηγορουμένων 2 και 8 ο ευπαίδευτος συνήγορος τους κ. Ευσταθίου ζήτησε πρωτίστως την απαλλαγή των κατηγορουμένων, ελλείψει δικαιοδοσίας/αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου που συνίσταται στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος στην Κύπρο. Όπως εξήγησε ο κ. Ευσταθίου, ο κατηγορούμενος 2 (και κατ’ επέκταση η κατηγορούμενη 8), παραδόθηκε από τις ελληνικές αρχές στην Κυπριακή Δημοκρατία, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος το οποίο στηριζόταν στο ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων στη Λευκωσία (κατηγορία 24) και μετέπειτα προστεθείσας (κατηγορία 25). Πουθενά στην ογκωδέστατη μαρτυρία και τα τεκμήρια που καταλαμβάνουν πέραν των 15.000 δακτυλογραφημένων σελίδων, εξήγησε ο κ. Ευσταθίου, δεν υπάρχει μαρτυρία για φυσική παρουσία του κατηγορουμένου 2 και για ενδεχόμενη διάπραξη τέτοιου αδικήματος στη Λευκωσία. Η διάπραξη ενός τέτοιου αδικήματος στην Αθήνα και στη Λευκωσία, είναι ένα εντελώς διαφορετικό αδίκημα και αν έτσι παρουσιάζονταν τα γεγονότα στις ελληνικές αρχές, δεν θα επιτυγχάνετο η παράδοση, αφού σε μια τέτοια περίπτωση, θα είχαν τα ελληνικά Δικαστήρια δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση. Υπό αυτή την έννοια, υπέδειξε ο κ. Ευσταθίου, υπήρξε παραβίαση της “αρχής της ειδικότητας”. Ο κ. Ευσταθίου επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στον κίνδυνο να εκτεθούν οι κυπριακές αρχές, όχι μόνο στις ελληνικές αλλά και ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ότι, παραπλανούν ξένα κράτη για να πετύχουν την παράδοση υπηκόων, για να δικαστούν για τη διάπραξη αδικημάτων στην Κύπρο, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει ίχνος μαρτυρίας επί τούτου.

Ένα δεύτερο και συναφές ζήτημα που ήγειρε ο κ. Ευσταθίου, ήταν η παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής, να ανταποκριθεί στο αίτημα των κατηγορουμένων και να παραδώσει επαρκείς ή οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Σχετική επί τούτου είναι η αρνητική επιστολή της Κατηγορούσας Αρχής ημερ. 8.1.2018. Η παράλειψη αυτή, κατά το συνήγορο, παραβιάζει το δικαίωμα των κατηγορουμένων σε δίκαιη δίκη και αφήνει τις κατηγορίες έκθετες σε απόρριψη. Διαζευκτικά, κάλεσε το Δικαστήριο να διατάξει την Κατηγορούσα Αρχή να ανταποκριθεί και να παραδώσει με πληρότητα και επάρκεια τις ζητηθείσες λεπτομέρειες.

(Ένσταση κατηγορουμένου 5)

Εκ μέρους του κατηγορουμένου 5, ο ευπαίδευτος συνήγορος του, κ. Καλλής - αφού στο μεταξύ διευκρινίστηκε από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ότι, οι λεπτομέρειες της 23ης κατηγορίας που δόθηκαν πριν τη μεταβολή του κατηγορητηρίου στις 11.1.2018, ισχύουν στον ίδιο βαθμό τόσο σε ότι αφορά την τροποποιημένη 23η κατηγορία όσο και σε ό,τι αφορά την προστεθείσα 26η κατηγορία - υπέβαλε, ότι, οι κατηγορίες 23 και 26 του υφιστάμενου κατηγορητηρίου, πάσχουν από πολλαπλότητα. Ο λόγος είναι διότι σε κάθε μια από τις πιο πάνω κατηγορίες, περιλαμβάνονται δύο αδικήματα αντί ένα. Το άρθρο 4(1) του Νόμου 188(1)/2007 στο οποίο εδράζονται οι κατηγορίες, εξήγησε ο κ. Καλλής, δημιουργεί δύο αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων. Το πρώτο, απαιτεί “γνώση” από μέρους του κατηγορουμένου και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι €500.000, ενώ το δεύτερο, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι €50.000, στοιχειοθετείται όταν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος “όφειλε να γνωρίζει”. Στην προκειμένη περίπτωση περιλαμβάνονται στις κατηγορίες και τα δύο αδικήματα, αφού στις λεπτομέρειες, αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι (μεταξύ αυτών και ο κατηγορούμενος 5) “γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν”. Η πολλαπλότητα, κατέληξε ο κ. Καλλής, επηρεάζει τον κατηγορούμενο 5 στην προβολή της υπεράσπισης του, αφού δεν θα ξέρει ποιες ερωτήσεις, θέσεις και υποβολές θα πρέπει να υποβληθούν προς τους μάρτυρες κατηγορίας.

(Απάντηση Κατηγορούσας Αρχής)

Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κ. Αριστείδης, πλαισιωμένος από την ευπαίδευτη συνήγορο κα Ματθαίου, με γραπτή, τεκμηριωμένη αγόρευση, διαφώνησε με όλες τις ενστάσεις που έχουν τεθεί από την Υπεράσπιση. Σε σχέση με την ένσταση των κατηγορουμένων 1 και 6, επισήμανε, ότι, ουδεμία ουσιαστική αλλαγή είτε στη φύση είτε στο περιεχόμενο των κατηγοριών επέφερε η μεταβολή του κατηγορητηρίου στις 11.1.2018 και έτσι ουδεμία απόκλιση ή διαφοροποίηση από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 18.1.2018 δικαιολογείται. Σε σχέση με την ένσταση των κατηγορουμένων 2 και 8 υποστήριξε, κατ’ αρχάς, πως το Δικαστήριο, έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης και ότι καμία παραβίαση του κανόνα ειδικότητας υπήρξε. Ειδικά επί του ζητήματος αυτού, ο κ. Αριστείδης υποστήριξε πως ακόμα και αν θεωρηθεί, ότι, η προσφάτως προστεθείσα κατηγορία 25 δεν καλύπτεται από το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, πάλι δεν υπάρχει παραβίαση του κανόνα ειδικότητας αφού εντάσσεται στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 36.2(γ) του Νόμου που αντιστοιχεί στο άρθρο 27.3(γ) της Απόφασης-Πλαίσιο. Σε σχέση με το σκέλος της ένστασης που αφορούσε την παροχή λεπτομερειών, ο κ. Αριστείδης υποστήριξε, ότι, η Κατηγορούσα Αρχή συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της, αποκαλύπτοντας και παρέχοντας στην Υπεράσπιση, όλο το μαρτυρικό υλικό που κατέχει. Η υποχρέωση αυτή, συνέχισε, δεν συνεπάγεται και υποχρέωση υπόδειξης συγκεκριμένης μαρτυρίας από το μαρτυρικό υλικό, όπως ζητά η Υπεράσπιση. Αν για οποιονδήποτε λόγο το μαρτυρικό υλικό δεν επαρκεί για στοιχειοθέτηση της κατηγορίας, τότε εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αναδείξει το θέμα κατά την ακρόαση και τελικώς, για το Δικαστήριο, να αποφασίσει στον κατάλληλο χρόνο.

Τέλος, σε σχέση με την ένσταση του κατηγορουμένου 5, με αναφορά σε αποφάσεις και συγγράμματα, υποστήριξε, πως, ένα και μόνο είναι το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο 5, δια των κατηγοριών 23 και 26 και συνεπώς το κατηγορητήριο δεν πάσχει από πολλαπλότητα ούτε και έχουν επηρεασθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του εν λόγω κατηγορούμενου.

Ένσταση κατηγορουμένων 1, 6, 4 και 7

Από πλευράς Δικαστηρίου και ξεκινώντας από την ένσταση/αίτημα των κατηγορουμένων 1 και 6 που υιοθετήθηκε και από τους κατηγορουμένους 4 και 7, επισημαίνουμε κατ’ αρχάς, αυτό που φαίνεται να είναι καθολικά αποδεκτό απ’ όλους. Δηλαδή, ότι, δεν έχει αλλάξει οτιδήποτε το ουσιαστικό από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 18.9.2017, αφού η μεταβολή του κατηγορητηρίου που ακολούθησε στις 11.1.2018, δεν άλλαξε οτιδήποτε σε σχέση με τη φύση, τον τύπο και το ουσιαστικό περιεχόμενο των κατηγοριών. Συνεπώς, θεωρούμε ότι η επαναφορά του ζητήματος για τους λόγους που εξήγησε ο κ. Αγγελίδης στο Δικαστήριο μας - χωρίς να παίρνουμε θέση επί της ορθότητας αυτών των λόγων - είναι όντως τυπική, παρά ουσιαστική. Όπως και να έχει, υιοθετούμε πλήρως και επαναλαμβάνουμε την ενδιάμεση απόφαση μας ημερ. 18.9.2017, απορρίπτοντας συναφώς την εν λόγω ένσταση/αίτημα.

Ένσταση κατηγορούμενων 2 και 8

Στην ένσταση που ήγειραν δια του συνηγόρου τους οι κατηγορούμενοι 2 και 8, φαίνεται να διαπλέκονται (με κάποια σύγχυση) διάφορα ζητήματα, όπως “ο κανόνας ειδικότητας”, η εν γένει δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για εκδίκαση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι εν λόγω κατηγορούμενοι και η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για παροχή λεπτομερειών στην Υπεράσπιση.

Θα τα εξετάσουμε κατά τον τρόπο που εμείς τα έχουμε αντιληφθεί και κατανοήσει και που κατά την κρίση μας, θα οδηγεί σε σαφή και λογικευμένη κατάληξη.

Ο κατηγορούμενος 2 (ελληνικής καταγωγής) και η κατηγορούμενη 8 (ελληνική εταιρεία που σύμφωνα με το κατηγορητήριο εδρεύει στον Πειραιά) αντιμετωπίζουν από κοινού και με άλλους κατηγορούμενους τις κατηγορίες 24 και 25. Η κατηγορία 24 υπήρχε και στο παλαιό κατηγορητήριο ενώ η κατηγορία 25 προστέθηκε με τη μεταβολή που επήλθε στις 11.1.2018. Σε αμφότερες τις κατηγορίες, τους καταλογίζεται η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και ως τόπος διάπραξης προσδιορίζεται η Λευκωσία. Η διατύπωση αυτή είναι αρκετή για να προσδώσει κατά τόπο αλλά και καθ’ ύλη δικαιοδοσία στο Δικαστήριο μας βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 5(1)(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και του άρθρου 20(1)(α) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60.

Από πλευράς ευρωπαϊκού δικαίου και συγκεκριμένα σε ότι αφορά τον “κανόνα ειδικότητας” η πρώτη μας επισήμανση, είναι, πως ο κανόνας αυτός αφορά φυσικά πρόσωπα και δη την παράδοση τους σε κράτη/μέλη της Ε.Ε. δυνάμει ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης (ΕΕΣ) και δεν επεκτείνεται σε νομικά πρόσωπα. Συνεπώς, η όποια εφαρμογή του κανόνα εδώ, δύναται να συσχετισθεί μόνο με τον κατηγορούμενο 2 και όχι με την κατηγορούμενη 8, είτε κατ’ αναλογία, είτε κατ’ επέκταση, είτε καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο.

Εκτός αν ρητώς αποποιηθεί της προστασίας, ο “κανόνας της ειδικότητας” δεν επιτρέπει τη δίωξη εκζητουμένου προσώπου για αδίκημα άλλο από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ΕΕΣ (άρθρο 27(2) της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου η οποία ενσωματώθηκε στον Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133(1)/2004).

Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 36(1) του Νόμου 133(I)/2004, κάτω από τον τίτλο «Κανόνας Ειδικότητας», προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ο εκζητούμενος που παραδόθηκε στις Κυπριακές Αρχές δεν διώκεται, ούτε καταδικάζεται ούτε στερείται με άλλο τρόπο της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη η οποία τελέστηκε πριν από την παράδοση του και είναι διαφορετική από εκείνη για την οποία έχει εκδοθεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης»

Με βάση το εδάφιο (στ) του άρθρου 36(2), ο Κανόνας της Ειδικότητας δεν εφαρμόζεται εάν «ο παραδοθείς είχε παραιτηθεί ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, συγχρόνως με την συγκατάθεση του να παραδοθεί στην Κυπριακή Δημοκραύα στην αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος».

Σημειώνεται ότι ανάλογη εξαίρεση εφαρμογής της αρχής υπάρχει και στην Απόφαση - Πλαίσιο (εδάφιο (e) του άρθρου 27).

Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του κανόνα σε σχέση με την κατηγορία 24 αφού δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για το αδίκημα, βάσει του οποίου εκδόθηκε το ΕΕΣ και στο οποίο στηρίχθηκαν στη συνέχεια οι ελληνικές αρχές, για παράδοση του τότε εκζητούμενου και σήμερα κατηγορουμένου 2 στις κυπριακές αρχές για να αντιμετωπίσει την τοιαύτη κατηγορία ενώπιον του αρμόδιου κυπριακού Δικαστηρίου.

Σε σχέση με την κατηγορία 25 το θέμα είναι κάπως πιο πολύπλοκο. Ενδεχομένως, οι λεπτομέρειες αυτής της κατηγορίας να μην καλύπτονται πλήρως από το αρχικό ΕΕΣ που παρουσιάστηκε ενώπιον των ελληνικών αρχών που διέταξε την παράδοση του κατηγορουμένου 2, αφού γίνεται λόγος για κάποιαν επιπλέον πράξη/ενέργεια των κατηγορουμένων που φέρεται - εν πάση περιπτώσει - να στοιχειοθετεί και πάλι (όπως και στην κατηγορία 24) αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων. Ωστόσο, η φύση του αδικήματος, ο τόπος και ο χρόνος διάπραξης παραμένει ο ίδιος. Συνεπώς η μεταβολή που υπήρξε δια της πρόσαψης και της κατηγορίας 25, δεν φαίνεται να συνιστά διαφορετική αξιόποινη πράξη υπό την έννοια του άρθρου 36(1) του οικείου νομοθετήματος. Επί τούτου σχετική είναι η απόφαση Artur Leymann και Aleksei Pustovarov, Υπόθεση C-388/08 PPU, ημερ. 1/12/2008, όπου τονίστηκε ότι μεταβολές στο κατηγορητήριο σε σύγκριση με το ΕΕΣ δεν παραβιάζουν τον κανόνα ειδικότητας εφόσον αυτές απορρέουν από στοιχεία συλλεχθέντα κατά τη διαδικασία που κινήθηκε εντός του κράτους έκδοσης του ΕΕΣ και εφόσον δεν αλλοιώνουν τη φύση της αξιόποινης πράξης. Εδώ, όχι απλώς δεν αλλοιώνουν τη φύση της αξιόποινης πράξης, αλλά πρόκειται για την ίδια αξιόποινη πράξη.

Η νομολογιακή αυτή αρχή φαίνεται να είναι υπόψη και της Υπεράσπισης του κατηγορουμένου 2, αφού στο σημείο 4 της σελ. 2 της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κ. Ευσταθίου, αναφέρονται τα εξής:

“Είναι η θέση μας ότι, με βάση τις πρόνοιες της Διεθνούς Συμβάσεως που αφορά την έκδοση καταζητούμενων προσώπων και με βάση την νομοθεσία, το Δικαστήριό σας απέκτησε δικαιοδοσία για την εκδίκαση μόνο της 24ης Κατηγορίας και εφόσον σήμερα έχει τροποποιηθεί το Κατηγορητήριο και της 25ης Κατηγορίας, με βάση τη θέση ότι το κατ’ ισχυρισμόν αδίκημα διεπράχθη στην Λευκωσία. Πρόκειται για την γνωστή Αρχή της Ειδικότητος. ”

Σε κάθε περίπτωση κρίνουμε ότι καμία παραβίαση του κανόνα ειδικότητας υπήρξε σε σχέση με τις κατηγορίες 24 και 25.

Σε σχέση με την κατηγορία 25, ακόμα και αν ήταν διαφορετική η κατάληξή μας, θα συμφωνούσαμε με τη διαζευκτική θέση του κ. Αριστείδη, ότι, δηλαδή, το θέμα θα ενέπιπτε σε μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα που προβλέπονται στο άρθρο 36.2 του οικείου Νόμου και συγκεκριμένα στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 36.2(γ). Η εξαίρεση αυτή έτυχε ερμηνείας στην απόφαση Leyman (ανωτέρω) (βλ. παρ. 71-73 της απόφασης). Με βάση την ερμηνεία που δόθηκε, μπορεί να διωχθεί ο εκζητούμενος για αξιόποινη πράξη άλλη απ’ αυτή που παραδόθηκε, νοουμένου, ότι, η ποινική διαδικασία βάσει της οποίας θα εκδικασθεί, δεν θα οδηγήσει σε επιβολή μέτρου περιοριστικού της ατομικής ελευθερίας (διαρκούσης της δίκης), ενώ σε περίπτωση καταδίκης, θα πρέπει να ζητηθεί συγκατάθεση πριν την εκτέλεση της όποιας ποινής στερητικής της ελευθερίας. Στην εδώ περίπτωση, ο κατηγορούμενος 2 είναι ελεύθερος με περιοριστικούς όρους ενώ αν και εφόσον καταδικαστεί και του επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας γι’ αυτή την επιπλέον κατηγορία, θα μπορεί (δυνητικά) να ζητηθεί, τότε, η συγκατάθεση των ελληνικών αρχών.

Ερχόμαστε τώρα στην πτυχή της εισήγησης που αφορά στο θέμα των λεπτομερειών. Η εν γένει υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να εφοδιάζει την Υπεράσπιση με τις αναγκαίες λεπτομέρειες, ώστε να γνωρίζει επακριβώς τι θα αντιμετωπίσει στη δίκη, πηγάζει από το Άρθρο 12 του Συντάγματος καθώς και από το άρθρο 6(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Pombas v. The Police (1968) 2 C.L.R. 29, Attorney General v. Hjicostanti (1969) 2 C.L.R. 5, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2000) 2 Α.Α.Δ. 107 Νεάρχου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 33, και Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766).

Στην Σπύρου (ανωτέρω) αναφέρονται χαρακτηριστικά τα εξής: (σελ 112-113)

«Η υποχρέωση παροχής ικανοποιητικών λεπτομερειών ποινικής κατηγορίας συνιστά και συνταγματική επιταγή. Το άρθρο 12.5 (α) του Συντάγματος ορίζει ότι:

”5. Πας κατηγορούμενος δί αδίκημά τι έχει τα ακόλουθα κατ’ ελάχιστον όρον δικαιώματα:

(α) να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας,

Όπως προκύπτει από τις υποθέσεις Panayiotis Hanna alias Pombas v. The Police (1968) 2 C.L.R. 29 και Kypros Chrysostomou v. The Police (1971) 2 C.L.R. 176, υπάρχει και αντίστοιχο δικαίωμα του κατηγορουμένου να έχει τέτοια

πληροφόρηση. Έκφραση του δικαιώματος αυτού είναι και η ευχέρεια που παρέχεται για υποβολή αιτήματος για περαιτέρω λεπτομέρειες, όπου η κατηγορία δεν παρέχει επαρκή πληροφόρηση για ουσιαστικό συστατικό:                                                                       βλ. Attorney

General v. Petros Demetriou Hjiconstanti (1969) 2 C.L.R. 5

Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής δεν περιορίζεται πλέον στην πληροφόρηση του κατηγορουμένου των λεπτομερειών της κατηγορίας, αλλά επεκτείνεται και στην αποκάλυψη και παράδοση στον κατηγορούμενο, πριν την έναρξη της δίκης, όλου του ουσιώδους μαρτυρικού υλικού. Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει μάλιστα να αποκαλύψει στην Υπεράσπιση ακόμα και τη μαρτυρία που αποδυναμώνει την υπόθεση της.

Έχοντας εξετάσει με κάθε προσοχή τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 24 και 25 δεν διαπιστώνουμε να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια η αβεβαιότητα, τέτοιας υφής μάλιστα που να θέτει τους κατηγορούμενους σε αμηχανία, αβεβαιότητα ή δυσμένεια σε ό,τι αφορά την υπεράσπισή τους. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται η υποβολή οποιουδήποτε αιτήματος για την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών ούτε και επηρεάζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η υπόσταση ή η εγκυρότητα των εν λόγω κατηγοριών για ένα τέτοιο λόγο.

Εκείνο το οποίο ουσιαστικά ζητά ο κ. Ευσταθίου, είναι να του υποδειχθεί, συγκεκριμένα και στοχευμένα, ποια μαρτυρία στοιχειοθετεί τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 και 8. Με κάθε σεβασμό, δεν θεωρούμε ότι η προαναφερθείσα υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής, εκτείνεται σε ένα τέτοιο βαθμό. Τούτο ουσιαστικά αποτελεί το αντικείμενο της όλης δίκης - και μολονότι κατανοούμε την ανησυχία ως προς το χρόνο που θα απαιτηθεί και την ταλαιπωρία που συνεπάγεται για όλους τους παράγοντες της δίκης, των κατηγορουμένων συμπεριλαμβανομένων - θα κριθεί από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο.

Στην Σπύρου (ανωτέρω) αναφέρονται σχετικά στη σελ. 14 τα ακόλουθα:

“Εδώ φυσικά δεν μας απασχολεί, ούτε πρέπει να μας απασχολήσει, η επάρκεια της μαρτυρίας ευρύτερα ή στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση. Αν αναφερθήκαμε σε κάποια έκταση στο θέμα είναι γιατί αποτέλεσε το πλαίσιο των επιχειρημάτων και των δύο πλευρών. Δεν έγκειται όμως σε αυτό η ουσία του τεθέντος ερωτήματος, αλλά στο κατά πόσο η κατηγορία είναι ορθά διατυπωμένη από την άποψη ότι ικανοποιεί τη συνταγματική και νομολογιακή επιταγή για ικανοποιητικές λεπτομέρειες αναφορικά με την προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και για να αποφευχθεί η παραπλάνησή του.

Η τύχη της μαρτυρίας που θα προσκομισθεί και η αξιολόγηση της σχετικά με το συστατικό της κατοχής αποτελεί θέμα σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης.»

Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται και η ένσταση/αίτημα των κατηγορούμενων 2 και 8.

Ένσταση του κατηγορούμενου 5

Κλείνουμε με το θέμα της πολλαπλότητας που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 5, κ. Καλλής. Μια κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα όταν συνωστίζονται στις λεπτομέρειες της, πέραν του ενός αδικήματος (βλ. Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 249). Δεν έχει σημασία αν τα αδικήματα είναι της ίδιας φύσης, αν ομοιάζουν ή αν αυτά έχουν διαπραχθεί διαδοχικά (βλ. Panteli ν. District Labour Offices Famagusta (1983) 2 C.L.R. 205). Η πολλαπλότητα δεν άπτεται της ουσίας των κατηγοριών. Αποτελεί απλά διαδικαστικό θέμα. Η κρίση ως προς την ύπαρξη πολλαπλότητας θα πρέπει να περιοριστεί στο λεκτικό και τη σύνταξη της κατηγορίας, χωρίς αναφορά σε άλλα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού. Μολονότι ανεπιθύμητη, η πολλαπλότητα δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε ακύρωση της διαδικασίας. Όλα εξαρτώνται από το βαθμό επηρεασμού του κατηγορουμένου και στο κατά πόσο η πολλαπλότητα μπορεί να θεραπευτεί με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η πολλαπλότητα οδήγησε σε ακύρωση της διαδικασίας (βλ. Dep. Major of Nicosia v.

Pavlikkas 15 C.L.R. 68 και R. v. Jenninys [1940]) 33 Cr. App. R. 143) και άλλες όπου η διαδικασία διασώθηκε με κατάλληλη τροποποίηση του κατηγορητηρίου (βλ. Kyriakou v. The Welfare Offices (1961) C.L.R. 143 και R. v. Smith [1941] 34 Cr. App. R. 168).

Στην υπόθεση Panteli (ανωτέρω), ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, έθεσε το θέμα ως εξής:

“The correct approach appears to be that while duplicitous charge does not render per se the proceedings a nullity, this may be the unavoidable result if the irregularity is massive and destroys in its wave the foundation of a criminal trial, the certainty in the charges necessary to enable the accused to defend himself effectively.”

Αν και η εφαρμογή της αρχής, φαντάζει απλή, στην πράξη υπάρχει κάποτε δυσκολία, ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις όπου δεν είναι ξεκάθαρο αν σκοπός του νομοθέτη είναι η δημιουργία ενός αδικήματος που δυνατό να διαπράττεται με διαζευκτικούς τρόπους ή η δημιουργία δύο ή περισσοτέρων διακριτών αδικημάτων. Στην πρώτη περίπτωση - στην οποία εμπίπτουν πολλά αδικήματα, όπως για παράδειγμα το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου δια αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (βλ. Ζυπιτής v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 220) είναι δυνατό οι διάφορες διαζεύξεις να τίθενται στις λεπτομέρειες του ιδίου αδικήματος (βλ. άρθρο 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155). Όταν όμως δημιουργούνται δύο ή περισσότερα αδικήματα, θα πρέπει το κάθε ένα να τίθεται στις λεπτομέρειες ξεχωριστής κατηγορίας.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα εξωτερικά ή ακόμα και τα εσωτερικά γνωρίσματα μιας νομοθετικής διάταξης δεν είναι πάντοτε βοηθητικά, αφού είναι δυνατή, στα πλαίσια του ιδίου άρθρου ή ακόμα και του ιδίου εδαφίου ενός άρθρου, η δημιουργία δύο ή και περισσοτέρων αδικημάτων. Έτσι θα πρέπει να υιοθετείται μια ορθολογιστική προσέγγιση και προσπάθεια ιχνηλάτισης των ευρύτερων προθέσεων και επιδιώξεων του νομοθέτη.

Στην προκειμένη περίπτωση η επίμαχη διάταξη είναι το άρθρο 4 του Νόμου 188(1)72007 το οποίο στην ολότητα του έχει ως εξής:

«(1) Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες:

  • Μετατρέπει, μεταβιβάζει, ή μετακινεί τέτοια περιουσία με σκοπό να αποκρύψει ή, να συγκαλύψει την παράνομη προέλευσή της ή να παράσχει με οποιοδήποτε τρόπο βοήθεια σε πρόσωπο το οποίο είναι αναμιγμένο στη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος για να προβεί το πρόσωπο αυτό σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πράξεις και ενέργειες ή άλλως ενεργεί για να αποφύγει τις νομικές συνέπειες των πράξεων και ενεργειών του'
  • αποκρύπτει ή συγκαλύπτει την αληθή φύση, την πηγή, τον τόπο, τη διάθεση, την κίνηση, τα δικαιώματα σε σχέση με περιουσία ή με την κυριότητα αυτή'
  • αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία'
  • συμμετέχει, συμπράττει, συνεργάζεται, συνωμοτεί για να διαπραχθεί, ή αποπειράται να διαπράξει και παρέχει συνδρομή και βοήθεια, καθοδήγηση ή συμβουλή στη διάπραξη οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που Ε .Ε . Π α ρ .ID, Α ρ .4154, 31/12/2007 188(I)/2007 26 αναφέρονται πιο πάνω'
  • παρέχει πληροφορίες σχετικά με έρευνες που γίνονται για νομιμοποίηση εσόδων γενεσιουργού αδικήματος με σκοπό να δυνηθεί το πρόσωπο που αποκόμισε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος να διατηρήσει τα έσοδα ή τον έλεγχο των εσόδων από τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.

(2) Για σκοπούς του εδαφίου (1):

(α) Δεν έχει καμιά σημασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκημα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων.

(β) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων.

(γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις.»

Η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί ότι το προαναφερθέν άρθρο 4(1) δημιουργεί ένα και μόνο αδίκημα, το οποίο είναι δυνατό να διαπραχθεί με διαζευκτικούς τρόπους. Θεωρούμε, ότι η προσέγγιση αυτή είναι μόνο μερικώς ορθή και εξηγούμε.

Στις παραγράφους (i)-(v) του άρθρου 4(1) προσδιορίζονται διάφορες πράξεις και ενέργειες, η κάθε μια εκ των οποίων όταν συντελεστεί είναι δυνατό να δημιουργήσει το υπόβαθρό για τεκμηρίωση αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων. Για παράδειγμα στην παράγραφο (i) γίνεται λόγος για μετατροπή, μεταβίβαση ή μετακίνηση περιουσίας, στην παράγραφο (ii) για απόκρυψη ή συγκάλυψη και στην παράγραφο (iii) για απόκτηση, κατοχή ή χρήση της περιουσίας.

Οι πιο πάνω πράξεις και ενέργειες αποτελούν διαζευκτικό τρόπο διάπραξης ενός και μόνο αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων. Συνεπώς, αν είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι, οι κατηγορούμενοι 1, 4, 5 και 6 είτε απέκτησαν (παράγραφο iii) είτε μετακίνησαν περιουσία (παράγραφο i) τότε έχουν διαπράξει ένα και μόνο αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων και θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν μία και μόνο κατηγορία, με τη διάζευξη να εξειδικεύεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Αν όμως είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι κατηγορούμενοι 1, 4, 5 και 6, με διακριτές και ξέχωρες ενέργειες έπραξαν και τα δύο, δηλαδή απέκτησαν (παράγραφο iii) ΚΑΙ μετακίνησαν (παράγραφο i), τότε ορθώς έχουν προσαφθεί δύο κατηγορίες για δύο αυτοτελή αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων (κατηγορίες 23 και 26).

Σε κάθε περίπτωση, φρονούμε, ότι οι διαζευκτικοί τρόποι διάπραξης αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων εξαντλούνται στους εναλλακτικούς τρόπους δράσης που προσδιορίζονται στις προαναφερθείσες παραγράφους (i) - (iv).

Δεν ισχύει το ίδιο σε σχέση με τα όσα αφορούν στη νοητική κατάσταση του κατηγορουμένου. Άλλη η νοητική κατάσταση της γνώσης (η οποία καλύπτει την πραγματική (actual) και την εθελοτυφλία (wilful blindness) - βλ. Smith & Hogan (13th edition), σελ. 130 και επόμενες, στο οποίο παρέπεμψε ο κ. Αριστείδης - και άλλη η νοητική κατάσταση του “όφειλε να γνωρίζει”. Δεν πρόκειται για διαβαθμίσεις του επιπέδου γνώσης ούτε είναι δυνατό το “όφειλε να γνωρίζει” να εξισωθεί ή να ταυτιστεί με την υποψία (suspicion). Συνεπώς τα παραδείγματα και οι συσχετισμοί που παραθέτει στις τελευταίες σελίδες της αγόρευσης του ο κ. Αριστείδης - με κάθε εκτίμηση βέβαια - δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Θεωρούμε πως το άρθρο 4(1) σε αυτό το πλαίσιο, δημιουργεί δύο ξεχωριστά, διακριτά αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων, ένα όπου ο κατηγορούμενος έχει “γνώση” και ένα όπου ο κατηγορούμενος “όφειλε να γνωρίζει”, όρος που δυνατό να περικλείει διάφορες νοητικές και άλλες περιστάσεις που δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν.

Το σίγουρο είναι ότι τα αδικήματα διαφέρουν όχι μόνο στον τύπο αλλά και στην ουσία. Το αδίκημα, που προϋποθέτει “γνώση” είναι σοβαρότατο, γεγονός που αντανακλάται στη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή των 14 χρόνων φυλάκισης και του χρηματικού προστίμου των €500.000. Το αδίκημα το οποίο συντελείται απλά με την κατάδειξη του “όφειλε να γνωρίζει” είναι σαφώς ήσσονος σοβαρότητας, γεγονός που καταμαρτυρείται από τη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή των μόλις 5 χρόνων φυλάκισης και των €50.000 χρηματικό πρόστιμο. Με αυτή τη διαφοροποίηση στην ποινή, η οποία θέτει το κάθε αδίκημα σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, δεν θεωρούμε ότι ο νομοθέτης είχε πρόθεση να δημιουργήσει μια και μόνο αξιόποινη πράξη.

Στο σύγγραμμά Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (2η αναθεωρημένη έκδοση) του Γ. Πική, σελ. 105, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία αναφέρεται ότι “η εγγενής εγκληματικότητα των πράξεων και η τιμωρία η οποία προβλέπεται, τείνουν να ρίξουν φως στους σκοπούς του νομοθέτη”. Ομοίως στη σελ.107 προστίθεται ότι “όπου προβλέπεται διαφορετική τιμωρία για τη διάπραξη ορισμένων πράξεων, αυτό συνιστά ένδειξη ότι περισσότερα αδικήματα του ενός στοιχειοθετούνται” ^A.Varnavas Nicolaou & Sons Ltd v. District Labour Officer of Nicosia (1972) 9 J.S.C 1163). Ούτε και εμείς έχουμε υπόψη μας, οποιοδήποτε άλλο αδίκημα, για τη διάπραξη του οποίου, να προβλέπονται δύο διαφορετικές ποινές, οι οποίες μάλιστα, να έχουν τόση και τέτοια απόκλιση η μια από την άλλη. Η μέγιστη προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή υπενθυμίζουμε, σύμφωνα με πάγια Νομολογία, αποτελεί την αφετηρία από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο προς αναζήτηση της αρμόζουσας ποινής για ένα διαπραχθέν αδίκημα. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, η ποινή δεν είναι παρεπόμενη ενός αδικήματος αλλά απόλυτα συναρτημένη μ’ αυτό.

Η κατάληξη μας πλαισιώνεται και από τα όσα ρητώς αναφέρονται στο άρθρο 4(2) του εν λόγω νομοθετήματος. Συγκεκριμένα τόσο στην παράγραφο (β) όσο και στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) χρησιμοποιείται ο πληθυντικός βαθμός, γεγονός το οποίο αποκαλύπτει και την πρόθεση του νομοθέτη για τη δημιουργία δύο αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων. Συγκεκριμένα στην παράγραφο (β) γίνεται λόγος για “αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων” ενώ στην παράγραφο (γ) γίνεται παραπομπή στα “αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο (1)”.

Είναι συνεπώς η κατάληξη μας ότι τόσο στη 23η κατηγορία όσο και στη 26η συνωστίζονται δύο αδικήματα στις λεπτομέρειες αδικήματος και επομένως οι κατηγορίες αυτές πάσχουν από πολλαπλότητα. Διαπιστώνουμε περαιτέρω - αν και το θέμα δεν έχει τεθεί - ότι, το ίδιο συμβαίνει και στις κατηγορίες 24 και 25 που αφορούν άλλους κατηγορούμενους.

Η προαναφερθείσα όμως πολλαπλότητα δεν είναι τέτοιας υφής, σημασίας και σπουδαιότητας που να πλήττει το δικαίωμα του κατηγορούμενου 5 (και οποιουδήποτε άλλου κατηγορούμενου) στο να αντιληφθεί τα όσα του καταλογίζονται και γενικά στο να προβάλει με επάρκεια την υπεράσπιση του. Είναι ξεκάθαρο ότι η αναφορά είναι στα δύο διαφορετικού τύπου αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων, το πρώτον που απαιτεί “γνώση” και το δεύτερο που αποδεικνύεται με το “όφειλε να γνωρίζει”. Επί τούτου υπενθυμίζουμε ότι η πολλαπλότητα είναι θέμα τύπου και όχι ουσίας. Αυτού λεχθέντος, η διαδικαστική αυτή στρέβλωση - εφόσον έχει διαπιστωθεί - δεν είναι ορθό να παραμείνει μέχρι τέλους. Συνεπώς, είτε η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να υποβάλει το κατάλληλο αίτημα για διόρθωση της στρέβλωσης, είτε το Δικαστήριο - στον κατάλληλο χρόνο - αν και εφόσον χρειαστεί, θα ενεργοποιήσει από μόνο του σχετικές διορθωτικές διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155.

Όπως και να έχει, το αίτημα του κατηγορούμενου 5 στο βαθμό που ζητείται απόρριψη των κατηγοριών 23 και 26 (ευθέως δεν ζητήθηκε πάντως) - παρά τη διαδικαστική ορθότητα της εισήγησης - απορρίπτεται.

 

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο

Τελευταιες δημοσιευσεις