Friday 16th of November 2018 06:47:42 PM

Αντικατάσταση τεκμηρίων

Αντικατάσταση τεκμηρίων

ΥΠΕΡΕΒΗ, με ενδιάμεση απόφαση του το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στην υπόθεση ΧΥΤΑ Πάφου και ΧΥΤΗ Κόσιης, με την καταστροφή των τεκμηρίων που προκλήθηκε από φωτιά πριν από τρεις μήνες περίπου. Η πυρκαγιά ξέσπασε στις 26 Φεβρουαρίου 2018 το βράδυ σε ειδική αίθουσα των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λευκωσίας όπου φυλάγονταν όλα τα τεκμήρια όλων των Επαρχιακών Δικαστηρίων της πρωτεύσας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για την υπόθεση αυτή κατηγορούνται σήμερα εφτά φυσικά πρόσωπα και δύο εταιρείες, ενώ πέντε άλλοι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν, ανάμεσα τους και ο πρώην Δήμαρχος Πάφου Βέργας και τους επιβλήθηκαν ποινές.

Στη πραγματικά πρωτότυπη, για τα δικαστικά δεδομένα της Κύπρου, απόφαση οι τρεις Δικαστές Λεωνίδας Καλογήρου (Πρόεδρος)  Σταύρος Σταύρου και Εύη Ανωνίου (Μέλη) ανέφεραν τα ακόλουθα:

«Η εκδίκαση της υπόθεσης, που άρχισε εδώ και αρκετούς μήνες, βρίσκεται σε εξέλιξη. Για διάφορους λόγους, που φαίνονται στα πρακτικά, ο προγραμματισμός του Δικαστηρίου για την επίσπευση της διαδικασίας δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Κατέθεσαν μέχρι σήμερα 59 από τους 167 μάρτυρες επί του κατηγορητηρίου και κατατέθηκαν 354 τεκμήρια.

Ένα απροσδόκητο συμβάν, που σχετίζεται με την έκρηξη που σημειώθηκε στις 26/02/2018, στο κτίριο 4 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στο οποίο στεγάζεται και το Κακουργιοδικείο, προκάλεσε περαιτέρω ανατροπή της πορείας εκδίκασης της υπόθεσης. Από την έκρηξη καταστράφηκε η αποθήκη τεκμηρίων του Ποινικού Τμήματος, εντός της οποίας φυλάσσονταν και αρκετά από τα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης. Συγκεκριμένα, με βάση σχετική βεβαίωση της Πρωτοκολλητού, ημερομηνίας 21/03/2018, καταστράφηκαν τα τεκμήρια με αριθμούς 1-293, 295 και 308. Πρόκειται για έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν από μάρτυρες κατηγορίας και τα οποία φυλάσσονταν σε box-files εντός της υπό αναφοράν αποθήκης. Τα υπόλοιπα τεκμήρια που διασώθηκαν, έτυχε να βρίσκονταν εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, ο οποίος κατά την ημέρα της έκρηξης βρισκόταν μέσα στο γραφείο του Προέδρου του Κακουργιοδικείου.

Προς αντιμετώπιση της πρωτόγνωρης αυτής κατάστασης, το Δικαστήριο εισηγήθηκε όπως τα καταστραφέντα, ως άνω, τεκμήρια αντικατασταθούν από τα αντίστοιχα έγγραφα τα οποία βρίσκονται υπό τη φύλαξη του ενός εκ των παρέδρων, κ. Στ. Σταύρου Α.Ε.Δ. Υποδείχθηκε, συναφώς, στους συνηγόρους ότι τα τεκμήρια κατατίθεντο εις τριπλούν, το πρωτότυπο, όταν υπήρχε πρωτότυπο ή ένα από τα αντίγραφα, σημειωνόταν ως το επίσημο τεκμήριο και τοποθετείτο στο φάκελο του Δικαστηρίου ενώ τα άλλα δύο αντίγραφα παραδίδονταν στους παρέδρους οι οποίοι κατάρτησαν δικό τους ξεχωριστό αρχείο τεκμηρίων. Αυτή εξάλλου είναι και η πάγια πρακτική σε υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον των τριμελών Κακουργιοδικείων.

Κάποιοι εκ των συνηγόρων Υπεράσπισης εξέφρασαν επιφυλάξεις και αφού τους δόθηκε χρόνος και η δυνατότητα να επιθεωρήσουν τα έγγραφα, τα οποία έγινε εισήγηση όπως αντικαταστήσουν τα καταστραφέντα τεκμήρια, υπέβαλαν τις θέσεις και ενστάσεις τους επί της εισήγησης του Δικαστηρίου.

Σημειώνεται ότι τα έγγραφα επιθεωρήθηκαν στις 30/03/2018 στην παρουσία εξουσιοδοτημένης υπαλλήλου (κας Άντρης Φιλίππου) εκ μέρους της Πρωτοκολλητού του Ποινικού Τμήματος, η οποία παρέδωσε σχετική βεβαίωση. Η επιθεώρηση έγινε στην παρουσία του Κατηγορούμενου 1 και δικηγόρων του

Κατηγορουμένου 6. Στη βεβαίωση αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος 1 επεσήμανε ότι έλειπαν κάποιες σελίδες από τα τεκμήρια 204, 207, 243, 259 και 260 ενώ δεν υπήρχαν καθόλου τα τεκμήρια 276 και 287.

Σημειώνεται ότι οι αναφερθείσες ελλείψεις σε σχέση με τα Τεκμήρια 204, 207, 243, 259, 260 και 276 συμπληρώθηκαν από τα αντίστοιχα έγγραφα που είχε υπό τη φύλαξή της η πάρεδρος κα Εύη Γεωργίου-Αντωνίου Ε.Δ. Όσον αφορά το Τεκμήριο 287, το οποίο με βάση τον κατάλογο τεκμηρίων, αφορά σε ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 22/03/2016, διευκρινίστηκε ότι κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΚ41 από το συνήγορο του Κατηγορούμενου 6, χωρίς να δοθούν αντίγραφα στους δύο παρέδρους. Έτσι, προς αναπλήρωση του απωλεσθέντος τεκμηρίου, παραδόθηκε στο Δικαστήριο αντίγραφο από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής κ. Κέκκο.

Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1, ανέφερε πως δεν συμφωνεί με την εισήγηση, προτείνοντας, είτε την επανακλήτευση όλων των μαρτύρων, προκειμένου να αναγνωρίσουν και επανακαταθέσουν όσα έγγραφα έχουν καταθέσει ως τεκμήρια ή την εξέταση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα του ενδεχομένου καταχώρισης αναστολής ποινικής δίωξης. Αναπτύσσοντας σχετική επιχειρηματολογία ο κ. Αλεξάνδρου, υπέδειξε πως υπάρχει νομοθετικό κενό για το συγκεκριμένο ζήτημα αφού δεν προβλέπεται στην Ποινική Δικονομία διαδικασία για την αντικατάσταση απωλεσθέντων ή καταστραφέντων τεκμηρίων και δη με τον τρόπο που εισηγήθηκε το Δικαστήριο. Δεν μπορούν να προβλεφθούν, επεσήμανε, τα ζητήματα που δυνατό να εγερθούν όταν θα καταθέσουν άλλοι μάρτυρες που δυνατό να ερωτηθούν επί του περιεχομένου κάποιων από τα τεκμήρια αυτά, αναφέροντας για παράδειγμα το Τεκμήριο 5, το οποίο φέρεται να ετοιμάστηκε από τον κ. Κοκότση και επί του οποίου υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις. Δεδομένου, υπέδειξε, ότι το πρόσωπο αυτό, που είναι βασικός μάρτυρας, δεν έχει ακόμη καταθέσει, θα επηρεαστεί το έργο της Υπεράσπισης, στο βαθμό που δεν θα μπορούν να του υποδειχθούν οι υπογραμμισμένες με μαρκαδόρο (highlighted) σημειώσεις του επί του τεκμηρίου.

Στην ίδια γραμμή πλεύσης κινήθηκαν και οι αγορεύσεις των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 6, υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των πελατών τους στην περίπτωση αντικατάστασης των τεκμηρίων που καταστράφηκαν, στη βάση της εισήγησης του Δικαστηρίου. Η κα Αντρέα και ο κ. Πελεκάνος στήριξαν τις εισηγήσεις τους με παραπομπές σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ και ειδικότερα στις υποθέσεις COEME and others ν. Belgium Apps no 32492/96, 32547/96, 32548/96, 33209/96 and 33210/96 ημερ. 18/10/2010 και Παπαγεωργίου ν. Ελλάδας Προσφυγή Αρ. 21032/08 ημερ. 15/10/2009 καθώς και σε προγενέστερη απόφαση του ιδίου προσφεύγοντα ημερ. 09/08/2003. Οι συνήγοροι επεσήμαναν το γεγονός ότι υπήρχαν χειρόγραφες σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 5, οι οποίες δεν μπορούν πλέον να αξιοποιηθούν αφού δεν υπάρχουν σε πρωτότυπη μορφή, επί των αντιγράφων. Ειδικότερα, ο κ. Πελεκάνος υποστήριξε πως ο Κατηγορούμενος 6 επιθυμούσε να προέβαινε σε γραφολογικές εξετάσεις ενώ με τυχόν κατάθεση αντιγράφου, δεν θα έχει αυτή την ευχέρεια. Διερωτήθηκε δε, πως κατατέθηκαν αντίγραφα του συγκεκριμένου τεκμηρίου, δεδομένου ότι το Τεκμήριο 5 βρισκόταν μέσα σε σφραγισμένο φάκελο, ο οποίος αποσφραγίστηκε μετά από σχετικές ερωτήσεις που είχε υποβάλει ο ίδιος στο μάρτυρα που το είχε καταθέσει (ΜΚ1). Διερωτήθηκε, επίσης, με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να κατατεθούν τα αντίγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Παρέδρου κ. Σταύρου, υποστηρίζοντας πως με βάση τον κανόνα της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας (best evidence rule) θα πρέπει να κληθεί ως μάρτυρας ο Πάρεδρος κ. Σταύρου για να καταθέσει τα έγγραφα, γεγονός που καθιστά απρόσφορη την εισήγηση του Δικαστηρίου. Καταλήγοντας ο συνήγορος, εισηγήθηκε πως εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να χειριστεί το ζήτημα που προέκυψε και δεν αφορά το Δικαστήριο με ποιο τρόπο η Κατηγορούσα Αρχή θα επιλέξει να προωθήσει την υπόθεση της, μετά από την καταστροφή των τεκμηρίων. Ειδικά για το τεκμήριο 5, υποστήριξε ότι μπορεί να κληθεί να το καταθέσει ο κ. Κοκότσης δεδομένου ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό που τους έχει δοθεί, φέρεται να έχει παραχθεί από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, όπου ήταν καταχωρημένο το περιεχόμενο του.

Οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3, 13 και 14 δεν έφεραν ένσταση στην εισήγηση του Δικαστηρίου για αντικατάσταση των τεκμηρίων που καταστράφηκαν ενώ ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 7, 8 και 16 δήλωσε πως δεν έχει ένσταση, επιφυλάσσοντας όμως το δικαίωμα να εγείρει στοχευμένη εισήγηση στο τέλος, εάν προκύψει ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων, λόγω της καταστροφής των πρωτότυπων τεκμηρίων. Τέλος, ο κ. Παπαϊωάννου (συνήγορος της Κατηγορούμενης 15) δήλωσε πως δεν έχει ένσταση στην εισήγηση του Δικαστηρίου, με μόνη επιφύλαξη το Τεκμήριο 5, επειδή, όπως ανέφερε, τα αντίγραφα που δόθηκαν στους παρέδρους δεν είναι τα ίδια με το Τεκμήριο 5, το οποίο αποσφραγίστηκε από το ΜΚ1 μετά από την κατάθεση του σε σφραγισμένο φάκελο.

Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κ. Κέκκος συμφώνησε με την εισήγηση του Δικαστηρίου, δηλώνοντας παράλληλα την προθυμία του να παραδώσει και ο ίδιος αντίγραφα όλων των τεκμηρίων που καταστράφηκαν για να διασκεδάσει τις όποιες ανησυχίες των συνηγόρων Υπεράσπισης. Ο κ. Κέκκος, υποστήριξε πως από την επιθεώρηση των αντιγράφων, που έγινε και στην παρουσία εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, διαπιστώθηκε ότι τα αντίγραφα ταυτίζονται με τα τεκμήρια που έχουν καταστραφεί. Υπέδειξε, περαιτέρω, πως για όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, δεν υπήρξε ένσταση ως προς την αποδεκτότητα τους. Κατά συνέπεια, ανέφερε, δεν εγείρεται ζήτημα ως προς την αυθεντικότητα των τεκμηρίων ή την ταύτιση τους με τα αντίγραφα που έχουν παραδοθεί, εφόσον οι συνήγοροι, αποδεχόμενοι την κατάθεση τους, συμφώνησαν πως είναι τα ίδια με τα αντίγραφα που τους είχαν παραδοθεί.

Ειδικά για το Τεκμήριο 5, ανέφερε πως κατατέθηκε μεν το πρωτότυπο αλλά επειδή είχε εγερθεί ζήτημα, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα που το έχει καταθέσει, όσον αφορά την απουσία των υπογραμμίσεων στα αντίγραφα, η Κατηγορούσα Αρχή - αλλά, όπως υποστήριξε, και κάποιοι εκ των συνηγόρων Υπεράσπισης - φωτογράφησαν το συγκεκριμένο τεκμήριο και έχει συνεπώς διαθέσιμα αντίγραφα του τεκμηρίου με τις έγχρωμες υπογραμμίσεις, ως ήταν το πρωτότυπο.

Το Δικαστήριο καλείται να αντιμετωπίσει μια ιδιάζουσα περίπτωση, όπου πολλά από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, έχουν καταστραφεί, λόγω έκρηξης και πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στο χώρο όπου φυλάγονταν, εντός του κτιρίου του Ποινικού Τμήματος του

Δικαστηρίου.

Είναι δεδομένο ότι δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, που να ρυθμίζει το υπό συζήτηση θέμα. Ούτε εντοπίσαμε οποιαδήποτε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία να πραγματεύεται ζήτημα αντικατάστασης τεκμηρίων που έχουν καταστραφεί ή απωλεσθεί. Είναι ίσως η πρώτη φορά που εγείρεται τέτοιο ζήτημα, το οποίο προέκυψε λόγω του απροσδόκητου καταστροφικού συμβάντος.

Τα Δικαστήρια, βεβαίως, συνεχίζουν το έργο τους και καλούνται να λειτουργήσουν κάτω από τα δεδομένα και τις συνέπειες ενός τέτοιου συμβάντος, που στην προκειμένη περίπτωση είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή πολλών τεκμηρίων. Έχοντας υπόψη την πρόνοια του άρθρου 175 του Κεφ. 155 με βάση την οποία το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία, προβήκαμε στη συγκεκριμένη εισήγηση προς αντιμετώπιση της πρωτόγνωρης αυτής κατάστασης. Μια άλλη επιλογή, θα ήταν η επανακλήτευση των μαρτύρων για να αναγνωρίσουν τα έγγραφα και να τα επανακαταθέσουν ως τεκμήρια, όπως εισηγήθηκαν κάποιοι εκ των συνηγόρων. Θεωρούμε απρόσφορη αυτή την επιλογή, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των μαρτύρων που έχουν καταθέσει και του ογκώδους μαρτυρικού υλικού που έχει καταστραφεί. Μια τέτοια προσέγγιση θα προκαλούσε μεγάλη καθυστέρηση και εκτροπή της πορείας εκδίκασης της υπόθεσης.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε πως μετά από τις εκφρασθείσες επιφυλάξεις από τους συνηγόρους στην εισήγηση για αντικατάσταση των τεκμηρίων, το Δικαστήριο εισηγήθηκε, διαζευκτικά, την καταχώριση εκ συμφώνου αντιγράφων από τις διάδικες πλευρές κατ’ ανάλογη εφαρμογή της Δ.63 θ.13.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ρυθμίζει τη διαδικασία αναπλήρωσης/ανασχηματισμού φακέλου σε αστική υπόθεση. Δεν υπήρξε, όμως, θετική ανταπόκριση και το Δικαστήριο έθεσε εκ νέου την αρχική του εισήγηση για αντικατάσταση των καταστραφέντων τεκμηρίων με τα αντίστοιχα αντίγραφα που έχουν παραδοθεί στους παρέδρους του Κακουργιοδικείου.

Έχοντας ακούσει προσεκτικά όλες τις πλευρές, καταλήξαμε ότι η εισήγηση του Δικαστηρίου είναι υπό τις περιστάσεις η μόνη ενδεδειγμένη οδός προς αντιμετώπιση της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί από την καταστροφή των τεκμηρίων.

Κρίνουμε ότι παρέχεται τέτοια ευχέρεια στο Δικαστήριο από το άρθρο 175 του Κεφ. 155, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:

«175. Σε κάθε δίκη, το Δικαστήριο έχει εξουσία να ρυθμίζει κατά την ελεύθερη κρίση την πορεία της διαδικασίας με οποιοδήποτε τρόπο ο οποίος ήθελε φανεί επιθυμητός και ο οποίος δεν είναι ασυμβίβαστος με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.»

Παράλληλα, ενόψει της απουσίας ειδικής δικονομικής ρύθμισης, όσον αφορά τη διαδικασία αντικατάστασης τεκμηρίων, το Δικαστήριο διατηρεί σύμφυτη εξουσία αναπλήρωσης του κενού, με γνώμονα βεβαίως την ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Είναι υπόψη μας οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία ως προς τον τρόπο άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου (βλ. Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd (1983) 1 CLR 248, Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 724, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 339, Κορέλλη ν. Γενικός Εισαγγελέας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1718 κ.ά.).

Όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της διαδικασίας ασκείται με βάση τους δικονομικούς κανόνες. Δεν παρέχεται ευχέρεια παράκαμψης των δικονομικών κανόνων κατ’ επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, κρίνουμε πως η αντικατάσταση των τεκμηρίων που καταστράφηκαν, με τον τρόπο που εισηγήθηκε το Δικαστήριο, είναι, υπό τις περιστάσεις, η ενδεδειγμένη λύση. Θεωρούμε πως με τη διαδικασία αυτή διασφαλίζεται η συνέχιση της δίκης, χωρίς να παραβλάπτονται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων. Υποδεικνύουμε συναφώς πως όλα τα τεκμήρια κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και έχουν τεθεί στη διάθεση όλων των παραγόντων της δίκης. Επαναλαμβάνουμε ότι αντίγραφα των τεκμηρίων είχαν ταυτοχρόνως παραδοθεί και στους δύο παρέδρους. Υποδεικνύουμε, περαιτέρω, ότι τα αντίστοιχα με τα τεκμήρια έγγραφα που είχαν παραδοθεί στους δύο παρέδρους και συγκεκριμένα τα έγγραφα που παραδόθηκαν στον Πάρεδρο κ. Σταύρου, τέθηκαν στη διάθεση των Κατηγορουμένων και επιθεωρήθηκαν στην παρουσία και λειτουργού του Πρωτοκολλητείου. Σημειώνεται ότι κάποιες μικροελλείψεις που διαπιστώθηκαν, έχουν συμπληρωθεί και σήμερα, μετά και την κατάθεση αντιγράφου του Τεκμηρίου 287, όλα τα έγγραφα ανταποκρίνονται πλήρως στα τεκμήρια που καταστράφηκαν.

Όσον αφορά τις ενστάσεις και τις επιφυλάξεις που προβάλλουν κάποιοι εκ των συνηγόρων Υπεράσπισης, σε σχέση με συγκεκριμένα τεκμήρια, λόγω ιδιόχειρων σημειώσεων ή της απώλειας των πρωτοτύπων, κρίνουμε πως δεν είναι ικανοί λόγοι που θα μπορούσαν να επενεργήσουν εναντίον της αντικατάστασης των καταστραφέντων τεκμηρίων. Ειδικότερα και καθόσον αφορά την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 6 για παρουσίαση του ηλεκτρονικού υπολογιστή από τον οποίο φέρεται να έχει παραχθεί το Τεκμήριο 5, ώστε να καταδειχθεί η γνησιότητα και η αυθεντικότητα του, είναι αρκετό να υποδειχθεί πως δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποτιμηθεί η βαρύτητα της μαρτυρίας που έχει κατατεθεί. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αντικατάσταση των τεκμηρίων που καταστράφηκαν με τα διαθέσιμα αντίγραφα τους, αποτελεί την ορθότερη και δικαιότερη λύση, προς αντιμετώπιση του προβλήματος.

Όσον αφορά την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 1, 2 και 6 ότι με την αντικατάσταση των τεκμηρίων που καταστράφηκαν παραβιάζονται τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη, επισημαίνουμε ότι αυτό είναι ζήτημα που μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στο τέλος, στη βάση, βεβαίως, συγκεκριμένου και στοχευμένου υποβάθρου και όχι σε αόριστο και θεωρητικό επίπεδο. Η αντικατάσταση των τεκμηρίων με τα διαθέσιμα αντίγραφα δεν συνεπάγεται, εκ προοιμίου, παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Στην υπόθεση Παπαγεωργίου - πιο πάνω- το ΕΔΑΔ, επεσήμανε την καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης στη βάση της ισότητας των όπλων μεταξύ της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης. Στην πρώτη υπόθεση (Παπαγεωργίου ν. Ελλάδας, προσφυγή αριθμ. 59506/00, ECHR 2003 - VI) κρίθηκε ότι είχε παραβιαστεί το δικαίωμα του προσφεύγοντα για δίκαιη δίκη επειδή είχε καταδικαστεί για απάτη με βάση φωτοτυπίες επιταγών και τα Ελληνικά Δικαστήρια παρέλειψαν να αναζητήσουν και εξετάσουν τα πρωτότυπα των επίδικων επιταγών, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα του. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε τη διασύνδεση της υπό αναφοράν υπόθεσης με τα γεγονότα της παρούσας. Στην παρούσα διαδικασία απλά θα γίνει αντικατάσταση των τεκμηρίων που έχουν καταστραφεί από την έκρηξη, τα οποία παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν χωρίς ένσταση.

Εξυπακούεται ότι ο κάθε Κατηγορούμενος διατηρεί το δικαίωμα να υποβάλει στο τέλος της δίκης την όποια εισήγηση θεωρεί πρόσφορη σε σχέση με την καταστροφή συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων τεκμηρίων. Αυτό, όμως, είναι ένα ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στο τέλος, εφόσον εγερθεί και αφού στο μεταξύ το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας και των τεκμηρίων. Νοείται, βέβαια, ότι τόσο η Κατηγορούσα Αρχή όσο και οι Κατηγορούμενοι διατηρούν το δικαίωμα να προσκομίσουν μαρτυρία σχετική με τα τεκμήρια που καταστράφηκαν και έχουν αντικατασταθεί.

Καταλήγουμε, συνεπώς, πως υπό τις περιστάσεις, η εισήγηση του Δικαστηρίου είναι η πλέον δόκιμη και κατάλληλη, ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.

Για τους πιο πάνω λόγους, εκδίδεται διαταγή για αντικατάσταση των Τεκμηρίων 1-293, 295 και 308 με αντίγραφα, όπως είχαν παραδοθεί και βρίσκονται στην κατοχή του Παρέδρου κ. Σταύρου, με νέα αρίθμηση 1(χ)-293(χ), 295(χ) και 308(χ).



Πρόσθεσε ένα σχόλιο

Τελευταιες δημοσιευσεις