Sunday 19th of August 2018 07:22:51 AM

Τροποποίηση κατηγορίας

Τροποποίηση κατηγορίας

Η ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ της έκθεσης αδικήματος διέπεται από το άρθρο 83(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:

«Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.»

 Αναλύοντας περαιτέρω το θέμα της τροποποίησης της έκθεσης αδικήματος, η Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Μαριλένα Θεοκλήτου, πρόσθεσε και τα ακόλουθα:

«Στο σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, στη σελίδα 71, αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου:

 

«The Criminal Procedure Law, Cap.155 confers wide powers on the Court to amend a defective charge during the trial, where the charge or information is defective in substance or in form by the alteration of the charge i.e. by amending either the description of the offence, or the particulars thereto, or both, or by the substitution or addition of a new count, as the court thinks necessary to meet the circumstances of the case.»

 

Από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 83(1) του Κεφ.155, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια (και όχι υποχρέωση, βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού, άλλος «Αβισσινός» (1993) 2 Α.Α.Δ. 104, 109) να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες όταν το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο φαίνεται να είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά.  Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης ενός από τους διαδίκους είτε αυτεπάγγελτα (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 458, 464).  Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης (βλ. Lanitis Bros Ltd v. Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας (1995) 2 Α.Α.Δ. 266, 271, Leonidou vPolice (1987) 2 C.L.R. 96, 107).  Στην υπόθεση Fatma Mehmet v. The Police (1970) 2 C.L.R. 62, 68 - 69, λέχθηκε ότι σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ.155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορεί να οδηγήσουν στην αθώωση κατηγορούμενου παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων.

 

Προκύπτει περαιτέρω ότι για να έχει εξουσία το Δικαστήριο να τροποποιήσει κατηγορητήριο ως ανωτέρω, θα πρέπει να προηγηθεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά.  Το ζήτημα του κατά πόσον ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 83(1) έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Pouris vThe Republic (1983) 2 C.L.R. 148Leonidou (ανωτέρω), Κυριάκου (ανωτέρω) και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Άκη Φάντη (1995) 1 Α.Α.Δ. 714.  Από την εν λόγω νομολογία προκύπτει πως το κατά πόσον ένα κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα που δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών, αλλά και με το πώς η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε.  Έτσι η αναγκαιότητα για τροποποίηση μπορεί να προκύψει για διάφορους λόγους, όπως (i) προς θεραπεία σύγκρουσης μεταξύ των λεπτομερειών κατηγορίας και της προσαχθείσας μαρτυρίας, (ii) προς παροχή περαιτέρω ή ακριβέστερων λεπτομερειών για την παροχή ευχέρειας στον κατηγορούμενο να ετοιμάσει την υπεράσπισή του με βεβαιότητα, ή (iii) προσθήκη κατηγορίας αποκαλυφθείσας από τη μαρτυρία (βλ. σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 125 και επ.) Παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, στις παρ. 1-253 και επ. ως προς την ευρύτητα των εξουσιών τροποποίησης στην Αγγλία με βάση το αντίστοιχο του άρθρου 83(1) του Κεφ. 155, άρθρο 5(1) του αγγλικού Indictments Act, 1915.[3]   Ως προς το πότε κατηγορητήριο θεωρείται ελαττωματικό, στην παρ. 1-257 του εν λόγω συγγράμματος αναφέρονται, μεταξύ άλλων τα εξής:

 

«(1) An indictment may be defective ("defect" in this context connoting "lack of" or "want": R. v. Palmer [2002] Crim.L.R. 973, CA) not only when it is bad on its face (e.g. because of duplicity, ante, §§ 1-235 et seq.), but also, for example:

 

(a) when it does not accord with the relevant evidence, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein: R. v. Martin [1962] 1 Q.B. 221, 45 Cr.App.R. 199, CCA;

 

(b) when for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 2 Q.B. 787, 52 Cr.App.R. 528, CAR. v. Johal and Ram, ante;

 

(c) when the evidence led in support of the indictment discloses more than one offence: R. v. Jones (J.) (see ante, § 1-229); and R. v. Stanley , The Independent, November 27, 1998, CA (allegation of fraudulent evasion of VAT based on allegations of provision of two distinct and separate pieces of false information; desirable that issue of whether defendant guilty, if at all, of one or both of distinct allegations should be resolved by a jury rather than judge—cf. the situation discussed post, § 21-22);»

 

Προϋπόθεση για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.  Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, 1975, σελ. 71 και 72, η υπεράσπιση ενός κατηγορούμενου μπορεί να επηρεασθεί, αν μια εντελώς νέα κατηγορία αναφύεται εναντίον του, ενδεχόμενο το οποίο δεν θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει.[4]  Και στο σύγγραμμα του Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σε σχέση με αιτήματα για προσθήκη κατηγοριών σημειώνεται πως «οι κατηγορίες οι οποίες ανακύπτουν - παρόλο που είναι διαφορετικές από την αρχική ή τις αρχικές - πρέπει να είναι συναφείς προς το υπόβαθρο γεγονότων της υπόθεσης.».  Στην υπόθεση Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου ν. Γιαννάκη Κούμα (1997) 2 Α.Α.Δ 99, το Εφετείο δεν επενέβη στην εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που απέρριψε προσθήκη δεύτερης κατηγορίας λόγω της μακράς εκκρεμότητας της υπόθεσης για ένα μη σοβαρό αδίκημα όπως ήταν αυτό της πλανοδιοπώλησης.  Τέτοια προσθήκη αδικήματος, άσχετου στο νομικό του περιεχόμενο με την αρχική κατηγορία, κρίθηκε ότι θα επηρέαζε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για εκδίκαση μιας μη σοβαρής υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο.  Στην πρακτική, άδεια για τροποποίηση δίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης, νοουμένου ότι το αντικείμενο της τροποποίησης, σχετίζεται με τις κατηγορίες που ήδη περιέχονται στο κατηγορητήριο.  Ένας άλλος σχετικός παράγοντας, είναι το κατά πόσον η τροποποίηση είναι ουσιαστικού χαρακτήρα ή αν σκοπός της είναι η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής (Makki vThe Republic (1972) 2 C.L.R. 76, 79)». 

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο