Friday 14th of December 2018 05:44:05 AM

Πίστωση σε πτωχεύσαντα

Πίστωση σε πτωχεύσαντα

ΟΤΑΝ πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, εξασφαλίσει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών και πάνω από πρόσωπο, χωρίς να το πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια. Σύμφωνα με το άρθρο 117 (α) του Νόμου, ο πτωχεύσας διαπράττει αδίκημα και όταν ενεργεί από κοινού με άλλο πρόσωπο, προκειμένου να εξασφαλίσει πίστωση.

Για τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 117(α) η Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Μαρίνα Ιεροκηπιώτου, ανάφερε στην απόφαση της στην υπόθεση αρ.: 2327/16 τα ακόλουθα:

«Τα συστατικά στοιχεία επομένως του αδικήματος του άρθρου 117(α) είναι τα εξής:

-               Η εξασφάλιση πίστωσης στην έκταση των Λ.Κ.10,00  ή  πέραν του εν λόγου ποσού,

-               από πρόσωπο που είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε,

-               το οποίο πρόσωπο να γνωρίζει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και

-               να μην έχει πληροφορήσει το πρόσωπο από το οποίο εξασφάλισε την πίστωση ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε.

 

Το άρθρο 118(α) του Νόμου, ως ήταν διατυπωμένο κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, είχε ως εξής:

 

«118. Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής:

(α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη

...............................................

είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.»

 

Από το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

  1. Η κήρυξη σε πτώχευση ή η έκδοση διατάγματος παραλαβής.
  2. Η εξασφάλιση πίστωσης με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης.
  3. Η πίστωση να εξασφαλίστηκε βάσει ψευδών παραστάσεων ή άλλης απάτης.
  4. Γνώση του κατηγορούμενου προσώπου για την κήρυξη του σε πτώχευση ή την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του

 

Το δε άρθρο 301 του Κεφ.154 έχει ως ακολούθως:

«301. Όποιος-

(α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο ή

(β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά ή

(γ) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του, αποκρύβει ή μετακινεί οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του, μετά την έκδοση ή εντός των δύο μηνών των προηγούμενων από την έκδοση εναντίον του μη ικανοποιηθείσης δικαστικής απόφασης ή διάταγμα για πληρωμή χρημάτων,

είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων».

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι, κατά την άποψη μου, τα εξής:

  1. Η εξασφάλιση πίστωσης
  2. Κατά την σύναψη χρέους ή ανάληψη υποχρέωσης
  3.  Με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή άλλο δόλιο μέσο

 

Ο ορισμός των ψευδών παραστάσεων δίδεται στο άρθρο 297 του Κεφ.154 ως εξής:

 

«297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.»

 

Κοινό συστατικό στοιχείο και των τριών αδικημάτων είναι η «εξασφάλιση πίστωσης». Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου  «εξασφάλιση πίστωσης» υπο την έννοια των άρθρων 117(α), 118(α) του περι Πτώχευσης Νόμου,Κεφ 5 και 301(α) του Ποινικού Κώδικα  η έρευνα μου δε με οδήγησε σε οποιαδήποτε κυπριακή απόφαση για αυτό και παραθέτω καθοδήγηση που έλαβα από αγγλική νομολογία και συγράμματα. Υπενθυμίζω ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου υποστήριξε ότι « η μη καταβολή των ενοικίων δε συνιστά πίστωση» ενώ σε σχέση με τους απλήρωτους λογαριασμούς ισχυρίστηκε ότι  ουδέποτε ανέλαβε οποιαδήποτε υποχρέωση για πληρωμή αυτών, προς το παραπονούμενο, για τα συγκεκριμένα ποσά.

 

Στην υπόθεση R v Massood Hayat 1976 63 CrAppR 181 , αναφέρθηκαν τα εξής :

            By section 155 of Bankruptcy Act 1914  " Where an undischarged bankrupt - a either alone or jointly with another person obtains credit to the extent of ten pounds  or upwards from any person without informing that person that he is an undischarged bankrupt .he shall be guilty of a misdemeanor

In order to establish the offence of obtaining credit   within the meaning of section 155 (a|) of the bankruptcy act 1914 ,not only must the Crown prove that it is 'credit' which is obtained, but they must also prove the 'obtaining' of the credit and in order to do that some conduct, either by words or otherwise, must be proved to have taken place on the part of the accused person which amounts to an obtaining. What amounts to an obtaining, in our judgment, must be a question of fact and not a question of law. There is, of course, as in many other fields in the criminal law the preliminary question of whether the evidence adduced by the Crown can amount to an obtaining. If it can amount to an obtaining as a matter of law it is a matter for the jury to determine whether the facts proved to their satisfaction do amount in fact to an obtaining of credit"

Σε ελεύθερη μετάφραση :

Δεν πρέπει να αποδειχτεί από την  Κατηγορούσα Αρχή  ότι είναι πίστωση που εξασφαλίστηκε, αλλά θα πρέπει επίσης να αποδειχτεί  η εξασφάλιση πίστωσης  και για να γίνει αυτό κάποια συμπεριφορά, θα πρέπει να αποδειχτεί ότι έλαβε χώρα από πλευράς κατηγορούμενου που ισοδυναμεί με εξασφάλιση . Τι αποτελεί εξασφάλιση, στην απόφαση μας, θα πρέπει να αποτελέσει ζήτημα γεγονότος και όχι ζήτημα νόμου. Υπάρχει φυσικά, όπως και σε πολλά πεδία στο ποινικό δίκαιο , το προκαταρκτικό ερώτημα του κατά πόσο το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ισοδυναμεί με εξασφάλιση . Αν μπορεί να ισοδυναμεί με εξασφάλιση ως ζήτημα νόμου είναι ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί , από τους ενόρκους κατά πόσο τα γεγονότα τα που αποδείχτηκαν κατά την κρίση τους , ισοδυναμούν πράγματι με εξασφάλιση πίστωσης.

 

Στην υπόθεση Regina v Hartley 1972 2 W.L.R  απoφασίστηκε ότι :

 

"That as regarded count 2, since the deposit of 10 was referable to the electricity , telephone  and dilapidation charges alone and to the arrears  of rent , the defendant's credit in that respectdid extend to more than 10 on March 27,1970, and that while it was desirable that the amount  of credit alleged to have been obtained should be accurately stated in an indictment , the fact that a lesser amount was proved did not preclude the jury  from convincing the defendant of obtaining the lesser amount . Accordingly the defendant had been rightly convicted on both counts".

 

Στην υπόθεση R v   Miller [1977] 1 W.L.R. 1129 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την υπόθεση R v Hartley 1972 2 W.L.R101:

 

"We were referred to a decision of this court a few years ago, in Reg. v. Hartley [1972] 2 Q.B. 1. There the defendant was charged among other matters with having obtained credit to the extent of just over £81 from Artillery Mansions Ltd. in relation to arrears of rent of a flat. But it seems plain, and if I may say so, this accords with my recollection of the case, that the rent in question was rent in arrears and not in advance. This court upheld the conviction. Sachs L.J. said, at p. 7: 

"First, that if a person charged has by words or conduct secured that credit be given to him to the extent of £10 or more he has obtained that credit. The offence is of a category described as absolute.""

 

 στο Σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2018 Ed. , Chapter 30- Commerce and Insovency, Section A. Insolvency Act 1986, επεξηγείται σε τι συνίσταται η εξασφάλιση πίστωσης και αναφέρονται ταεξής:

            "30-113

In R.v.Miller, 65 Cr. App.R.79, CA, it was held, in relation to the Bankruptcy Act 1914, s.155 (rep.), that where the hirer under a hire-purchase contract defaulted on one of the payments, there was no giving of credit by the finance company, who simply acquired an instant cause of action for the overdue instalment.  That was the antithesis of giving credit.  In giving the judgment of the court, Roskill L.J. said:

 

"The obtaining of credit, in our view, means obtaining some benefit from another, without immediately giving the consideration in return for which that benefit is confirmed {sic.}. . As Sachs L.J. said . in Hartley {ante, at pp. 7, 194there have to be words or conduct designed to secure that credit be given. .

 

A mere allowing a default to occur does not, in our view, amount to words or conduct having that effect" (at p. 84).

 

30-114

 

The defendant in Miller would now be guilty of an offence under section 360(1) (a) by virtue of subsection (2) (a).In R v Hayat ,63 Cr App.R,181 CA , counsel for the appellant relied upon the words of Sachs L.J in Hartley in connecting that there can be no obtaining without words or conduct on the part of the person who gets the credit; the offence is not committed merely by the fact that the credit is received as distinct from being obtained." .

 

 

 Σε κάθε περίπτωση, για να στοιχειοθετηθεί οποιοδήποτε από τα αδικήματα των 3 κατηγοριών θα πρέπει να αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό στοιχείο της «εξασφάλισης πίστωσης». Για το τι συνιστά εξασφάλιση πίστωση θα πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω Νομολογία και σύγγραμμα (βλ.Hayat, ανωτέρω), ο κατηγορούμενος πρώτα  να έλαβε όφελος με λόγια ή πράξεις και μετά να έχει υποχρέωση να πληρώσει για το όφελος που λαμβάνει.

 Επίσης, από τα πιο πάνω αποσπάσματα προκύπτει  ότι  σε συμφωνίες ενοικίασης το κριτήριο του κατά πόσο υπάρχει πίστωση είναι κατά πόσο το ενοίκιο είναι πληρωτέο  εκ των προτέρων ( in advance)  ή στο τέλος κάθε μήνα ( in arrears) . Στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχει πίστωση  ενώ στη δεύτερη υπάρχει.  Στην υπόθεση Hartley (ανωτέρω), η καταδίκη  αποφασίστηκε στη βάση του ότι το ενοίκιο ήταν πληρωτέο κάθε τέλος του μήνα και όχι εκ των προτέρων».

 

 

 

 

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο