Sunday 19th of August 2018 07:24:22 AM

Εκ πρώτης όψως

Εκ πρώτης όψως

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ του κατηγορούμενου να υποβάλει εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του προβλέπεται από το άρθρο 74(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 154.

Το τι ακριβώς είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο, το αναλύουν πιο κάτω οι τρεις Δικαστές του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας Λεωνίδας  Καλογήρου (Πρόεδρος) Σταύρος Σταύρου και Εύη Αντωνίου (Μέλη) στην ομόφωνη απόφαση τους στην υπόθεση αρ.: 282/17 ημερομηνίας 27 Ιουνίου 2018:

Η Αγγλική Πρακτική του 1962- Practice Note - (1962) 1 All E.R. 448 που εκδόθηκε από το Divisional Court of the Queen’s Beach Division of the High Court σαν καθοδήγηση για τους Άγγλους Δικαστές, όταν εξετάζουν κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έχει υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η πιο πάνω Πρακτική προβλέπει ότι:

«....... A. submission that there is no case to answer may properly

be made and upheld:       (a) When there has been no evidence to

prove an essential element in the alleged offence; (b) when the evidence adduced by the prosecution has been so discredited as a result of cross examination or is so manifestly unreliable that no reasonable tribunal could safely convict on it.

Apart from those situations a tribunal should not in general be called on to reach a decision as to conviction or acquittal until the whole of the evidence, which either side wishes to tender, has been placed before it. If, however, a submission is made that there is no case to answer the question should depend not so much on whether the adjudicating tribunal (if compelled to do so) would at that stage convict or acquit but on whether the evidence is such that a reasonable tribunal might convict. If a reasonable tribunal might convict on the evidence so far laid before it, there is a case to answer.»

Η πρακτική του 1962 δεν είναι δεσμευτική για τα Κυπριακά Δικαστήρια, αποτελεί όμως σημαντικό οδηγό για αυτά όταν ασκούν ποινική δικαιοδοσία. Παραπέμπουμε ενδεικτικά στην Azinas and Another v. Police (1981) 2 C.L.R.).

Οι αρχές που διέπουν το φάσμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα λέγαμε ότι σταθμοί στη σχετική νομολογία υπήρξαν οι αποφάσεις R. v. Mustafa Kara Mehmet 16 C.L.R. 46, Αζίνας ν. Αστυνομίας (1981) 2 Α.Α.Δ. 9 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133 και πιο πρόσφατα η IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) Ltd v. Action Construction & Development Ltd Ποιν. Έφ. 184/14 ημερ. 10/02/16. Σχετικό απόσπασμα, από τις σελίδες 144 και 145 της Χριστοδούλου (ανωτέρω), μέσα από τ' οποίο αποκρυσταλλώνονται και κωδικοποιούνται οι αρχές παρατίθεται:

«Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψης της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250.

Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,

α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και

β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου.»

Επακριβέστερη διατύπωση των αρχών καταγράφεται στην R ν. Galbraith (1981) 2 All ER 1060 στην σελ. 1062, η οποία συνιστά και την κλασσική θέση τους:

«How then should be judge approach a submission of no case? (1)

If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case. (2) The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (a) Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (b) Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness's reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury...»

Η υιοθέτηση της Galbraith στην Κυπριακή νομολογία, Azinas v. Police (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω), Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 191 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Δράκος κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 851 την καθιστά και εδώ την κατεξοχήν καθοδηγητική αυθεντία. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ’ αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.

 

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο