Tuesday 18th of December 2018 03:28:24 PM

Ηθική παρενόχληση

Ηθική παρενόχληση

Πρόσωπο που έχει υποστεί ηθική παρενόχληση εντός θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής  Ένωσης οφείλει να αναζητήσει αποζημίωση από τον δράστη της παρενόχλησης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, με αγωγή της οποίας τα έξοδα μπορεί, κατά περίπτωση, να αναλάβει το θεσμικό όργανο-εργοδότης βάσει του καθήκοντος αρωγής που υπέχει.

Τα παραπάνω υποδεικνύει το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδικάζοντας αποζημιώσεις ύψους από €10.000 σε δύο υπαλλήλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων που υπήρξαν θύματα ηθικής παρενόχλησης.

Η πρώτη υπόθεση αφορούσε μια πρώην ευρωβουλευτής η οποία προσέλαβε μια κοινοβουλευτική βοηθό για το υπόλοιπο της θητείας της, η οποία έληγε τον Μάιο του 2014. Στις 7 Νοεμβρίου 2013, η ευρωβουλευτής ζήτησε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να καταγγείλει τη σύμβαση για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι η βοηθός της αποφάσισε, χωρίς να ζητήσει την άδειά της, να μην προσέλθει προς εργασία για μια ολόκληρη εβδομάδα. Η ευρωβουλευτής, στο αίτημά της, ανέφερε ότι, όταν έκανε σχετικώς παρατήρηση στη βοηθό της, εκείνη της μίλησε προσβλητικά και στη συνέχεια εξαφανίστηκε.

Κατόπιν της καταγγελίας της σύμβασης από το Κοινοβούλιο τον Δεκέμβριο του 2013, η βοηθός υπέβαλε αίτημα αρωγής, όπως αυτό προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον λόγο ότι υπέστη ηθική παρενόχληση από την ευρωβουλευτή, η οποία συνίστατο σε ταπεινωτική μεταχείριση, απειλές, περιφρόνηση, προσβλητική συμπεριφορά και κραυγές.

Το Κοινοβούλιο απέρριψε το αίτημα αυτό, εκτιμώντας ότι τα επίδικα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα σε ένα κλίμα ιδιαίτερης έντασης μεταξύ των δύο γυναικών. Κατά το Κοινοβούλιο, μολονότι η χρήση σκληρής γλώσσας ήταν αυτή καθαυτή αποδοκιμαστέα, εντούτοις ήταν ενίοτε δύσκολο, υπό τις πιεστικές συνθήκες εργασίας που είναι εγγενείς στο κοινοβουλευτικό έργο, να μην γίνει χρήση τέτοιας γλώσσας.

Στη δεύτερη υπόθεση η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) προσέλαβε μια υπάλληλο την 1η Απριλίου 2008. Μετά την έλευση ενός νέου διευθυντή τον Οκτώβριο του 2014, η υπηρεσία στην οποία η υπάλληλος ασκούσε τα καθήκοντά της αναδιαρθρώθηκε και η ομάδα της οποίας ήταν επικεφαλής δεν διατηρήθηκε. Δύο έτη αργότερα, η υπάλληλος υπέβαλε καταγγελία στην ΕΤΕπ, υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά του νέου διευθυντή προς την ίδια συνιστούσε ηθική παρενόχληση. Κατ’ ουσίαν, η υπάλληλος προσήπτε στον νέο διευθυντή ότι έθεσε απότομα τέλος στην εξέλιξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας της, απομακρύνοντάς την, χωρίς νόμιμο λόγο, από θέση ευθύνης, ότι τη διέβαλε, ότι εκφράστηκε κατά τρόπο ανάρμοστο, επιθετικό, περιφρονητικό και εκτοξεύοντας κατηγορίες εναντίον της, ότι απέκρυψε ορισμένες πληροφορίες, ότι δεν της γνωστοποίησε την κρίση του για τις επαγγελματικές επιδόσεις της και ότι της επιφύλαξε δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με άλλα πρόσωπα.

Η ΕΤΕπ αναγνώρισε μόνο εν μέρει ότι η υπάλληλος είχε υποστεί ηθική παρενόχληση σε σχέση με ορισμένα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά. Ως εκ τούτου, ενημέρωσε τον νέο διευθυντή ότι, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή τυχόν νέα καταγγελία σε βάρος του, θα κινούσε εναντίον του πειθαρχική διαδικασία. Επιπλέον, η ΕΤΕπ ζήτησε από τον νέο διευθυντή να ζητήσει εγγράφως συγγνώμη από την υπάλληλο για την ταλαιπωρία που της προκάλεσε και επίσης ανέθεσε στην υπηρεσία ανθρωπίνου δυναμικού να εξετάσει τις δυνατότητες επαγγελματικής καθοδήγησης του νέου διευθυντή ως προς τον τρόπο διοίκησης και επικοινωνίας. Τέλος, η ΕΤΕπ επισήμανε στην υπάλληλο ότι η διαδικασία έπρεπε να παρ να παραμείνει αυστηρώς εμπιστευτική, ακόμη και στο εσωτερικό του οργάνου αυτού.

Προσέφυγαν στο Γεν. Δικαστήριο

 

Οι δύο υπάλληλοι, δυσαρεστημένες με τις αντίστοιχες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ΕΤΕπ, προσέφυγαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητώντας και πετυχαίνοντας την ακύρωση των αποφάσεων αυτών και την επιδίκαση αποζημίωσης.

 

Επιβάλλοντας τις ποινές προστίμου το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει  ότι η έννοια της «ηθικής παρενόχλησης» καλύπτει την καταχρηστική επί ορισμένο χρονικό διάστημα διαγωγή που εκδηλώνεται κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό με είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις, ορισμός ο οποίος συνεπάγεται ότι η ηθική παρενόχληση πρέπει να γίνεται νοητή ως μια μεταχείριση που έχει κατ’ ανάγκη ορισμένη χρονική διάρκεια και προϋποθέτει την ύπαρξη επαναλαμβανομένων ή εξακολουθητικών επιλήψιμων πράξεων οι οποίες τελούνται με πρόθεση, σε αντίθεση με εκείνες που είναι ακούσιες.

Επιπλέον, οι εν λόγω συμπεριφορές, πράξεις, χειρονομίες, εκδηλώσεις προφορικού ή γραπτού λόγου πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας, της αξιοπρέπειας ή της φυσικής ή ψυχολογικής ακεραιότητας ενός προσώπου. Το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει συναφώς ότι, στον τομέα αυτό, δεν προτίθεται να περιορίσει τον έλεγχό του στη διαπίστωση τυχόν προδήλως εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών. Αντιθέτως, εκτιμά ότι έχει την εξουσία να προβεί σε πλήρους έκτασης έλεγχο των πραγματικών περιστατικών υπό το πρίσμα των δύο προαναφερθεισών προϋποθέσεων.

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο